|
Brainlagged
Εγγραφή: Mar 2004
Μηνύματα: 996
|
Απάντηση: O Άγιος να βάλει το....ψαλίδι του !!
Όχι δεν φυλάσσεται μέσα στο λάπτοπ του αλλά σε δισκέτα 5 1/4"  Σοβαρά τώρα:
Ο άγιος Ηλίας ο Αρδούνης γεννήθηκε Καλαμάτα κατά τον 17ο αιώνα. Εργαζόταν ως κουρέας, μάλιστα είχε δικό του μπαρμπέρικο στην κεντρική αγορά της Καλαμάτας. Φιλότιμος όπως ήταν εργαζόταν με συνέπεια και έτσι απέκτησε την φήμη του καλού κουρέα. Πιο πολύ όμως τον καμάρωναν οι χριστιανοί, γιατί ο Ηλίας, ήταν ένας σεμνός, ενάρετος και προπάντων τίμιος νέος. Φαίνεται όμως ότι δεν ήταν πολύ κοντά στην εκκλησία, είχε κάποια ελευθεριότητα στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, εξάλλου λόγω της δουλείας του, η συχνή επικοινωνία με τους Τούρκους τον έφερνε καθημερινά όλο και πιο κοντά τους, έτσι μάθαινε πολλά μυστικά για τη ζωή τους, τις συνήθειες τους, τις αδυναμίες που είχαν, πράγματα χρήσιμα για τους ραγιάδες της Καλαμάτας.
Οι Προεστοί της πόλης τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση, συχνά έκαναν παρέα μαζί του άλλοτε στο μπαρμπέρικο και άλλοτε στο σπίτι του. Ήθελαν την γνώμη του, ζητούσαν την συμβουλή του για δύσκολα ζητήματα, ή για προβλήματα που είχαν οι χριστιανοί με τους κατακτητές. Αυτός τα ήξερε όλα, ήταν ένας ενδιάμεσος κρίκος, οι δημογέροντες λοιπόν του έλεγαν για τα μεγάλα χρέη που είχαν οι χριστιανοί στους Τούρκους και ότι κινδύνευαν κάποιοι ή να πουληθούν ως δούλοι, ή να κλειστούν στην φυλακή. Εκείνος τους συμβούλευε πως έχουν υποχρέωση να συντρέξουν και να στηρίξουν τους πολυβασανισμένους συμπατριώτες του. Να φροντίσουν να ελαφρόνουν τα βαρύτατα χρέη τους, γιατί από τους μεγάλους φόρους και την μεγάλη καταπίεση, υπήρχε ο κίνδυνος να μην μπορέσουν να αντέξουν μέχρι το τέλος και έτσι να αλλαξοπιστήσουν και τούτο είναι το μεγαλύτερο που μπορούσαν να πάθουν. Σε αυτό το θέμα όμως οι προεστοί είχαν διαφορετική άποψη, δεν συμφωνούσαν μαζί του, έλεγαν πως οι χριστιανοί δεν κινδυνεύουν να τουρκέψουν. Δεν θα αφήσουν ποτέ την πίστη τους στον Χριστό για να πάνε με τους Αγαρηνούς. Μα ο Ηλίας επέμενε, ίσως τους έλεγε να μην ξέρετε καλά από τη δυστυχία και από χρέη, γιατί εσείς και τα παιδιά σας δεν πεινάτε. Η φτώχια θολώνει το μυαλό και ο άνθρωπος δεν ξέρει τι να κάνει. Αυτά και άλλα πολλά συζητούσαν οι προεστοί της Καλαμάτας με τον μπαρμπέρη τους Ηλία Αρδούνη.
Ως που κάποια μέρα ήρθε το μεγάλο κακό για τον ίδιο, η συζήτηση ήταν πάλι για τα βαριά χρέη και τα πολλά βάσανα των χριστιανών ραγιάδων. Πάνω στην κουβέντα οι προεστοί εναντιώνονται και επιμένουν πως οι χριστιανοί δεν έχουν κανένα κίνδυνο να τουρκέψουν. Ο Ηλίας επέμενε ότι έχουν και παραέχουν και πάνω στην λογομαχία τους ο διάβολος ο παμπόνηρος, εχθρός του ανθρώπου, κάνει την επίθεση του και το κακό έγινε. Εμένα που με βλέπετε τους είπε ο Ηλίας, σε μια στιγμή μπορεί και τούτη την ώρα να αλλάξω πίστη, να πάω με τους Τούρκους. Αν μου δώσει κάποιος ένα σαρίκι αμέσως γίνομαι μουσουλμάνος. Τότε ένας από τους Προεστούς θέλοντας να αστειευτεί έστειλε κάποιον να αγοράσει και να φέρει ένα τούρκικο σαρίκι. Μόλις γύρισε, έδωσαν το σαρίκι στον Ηλία και τότε έκπληκτοι μη πιστεύοντας στα μάτια τους, τον είδαν να το φορεί, δεν σταμάτησε όμως μέχρι εδώ, πεισματωμένος όπως ήταν σηκώθηκε και κατευθείαν ήρθε στον Κατή (Τούρκος δικαστής) της Καλαμάτας και εκεί ο χριστιανός Ηλίας αρνήθηκε το Χριστό και ασπάστηκε τον μουσουλμανισμό, δηλώνοντας πίστη και αφοσίωση στον Μωάμεθ. Τούτο το απίστευτο και θλιβερό γεγονός δεν άργησε να μαθευτεί σε ολόκληρη την Καλαμάτα, η θλίψη των χριστιανών ήταν πολύ μεγάλη, ο πόνος τους βαρύς. Μα πιο πολύ ανησυχούσαν μήπως αυτό γίνει αιτία και τον μιμηθούν και άλλοι. Έτσι ο Ηλίας έφυγε από την εκκλησία, οι χριστιανοί δεν τον έβλεπαν πια στις χαρές τους και τις λύπες τους, σταμάτησαν να πηγαίνουν και στο κουρείο του, άλλωστε και ο ίδιος δεν τους ήθελε, δεν ήταν πια ο Ηλίας που ήξεραν, τώρα ήταν ο τούρκος Μουσταφά Αρδούνης.
Οι μέρες κυλούσαν και η ψυχή του Αρδούνη δεν έλεγε να γαληνέψει, από τότε που αρνήθηκε τον Χριστό ησυχία δεν έβρισκε πουθενά, βαρύτατες τύψεις τον τυραννούσαν και είχαν κάνει την ζωή του μαρτύριο σωστό. Σκεφτόταν τις γιορτές ή τις καθημερινές που οι χριστιανοί συνάζονταν στην εκκλησία. Πόση δύναμη έπαιρναν και άντεχαν δίχως να λυγίζουν στις φοβερές καταπιέσεις. Αναθυμόταν ακόμα τους ευλαβείς γονείς του, που μικρό παιδάκι του μάθαιναν να κάνει σωστά τον σταυρό του και να ασπάζεται με ευλάβεια την εικόνα του Δεσπότη Χριστού, της παναγίας μητέρας Του και όλων των Αγίων. Και τώρα ντρεπόταν να αντικρίσει τους συμπατριώτες του, ντρεπόταν να αντικρίσει και την μορφή του Χριστού, φοβόταν πως θα άκουγε τα φοβερά του λόγια «όστις αρνήσετε Με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνίσομαι αυτόν κα γω έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς&». Ήταν όμως και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο που είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τώρα ο Ηλίας, η θρησκεία του Ισλάμ την οποία δέχθηκε απλώς και μόνο από ένα πείσμα του αποκάλυπτε το ύψος και το μεγαλείο της διδασκαλίας του Χριστού. Έβλεπε τη μεγάλη διαφορά που τις χώριζε, ήταν το σκοτάδι μπροστά στο φως, η ασχήμια μπροστά στην ομορφιά. Πώς να διορθώσει το κακό, τι έπρεπε να κάνει για να βρει έλεος από τον Χριστό και να γαληνέψει η ψυχή του. Το έβλεπε δεν πήγαινε άλλο αυτή η ζωή της αμαρτίας. Έπρεπε να πάρει την απόφαση της μετανοίας.
Έτσι μια ημέρα ακούστηκε σε ολόκληρη την Καλαμάτα πως ο εξωμότης Ηλίας εξαφανίστηκε, χάθηκαν τα ίχνη του από την Καλαμάτα, κανένας δεν γνώριζε τίποτα. Μερικοί είπαν πως το πιθανότερο ήταν να έφυγε σε ξένα μέρη για να μην νιώθει ντροπή. Οι Τούρκοι είπαν πως ίσως τον σκότωσαν οι ραγιάδες επειδή εξωμότησε. Μάλιστα έβαλαν δικούς τους ανθρώπους να μάθουν κάτι για το χαμό του Μουσταφά. Κανένας όμως δεν γνώριζε τίποτα, έτσι σιγά σιγά το θέμα ξεχάστηκε. Ο Ηλίας στην ανάγκη να εξειλειωθεί από το βαρύ του αμάρτημα έφυγε νύχτα από την Καλαμάτα με σκοπό το Άγιο Όρος. Μετά από πολλές ημέρες έφτασε στο περιβόλι της παναγίας, η συγκίνηση του ήταν μεγάλη, ένιωσε τότε μέσα του να καταλαγιάζει κάπως η φουρτούνα που τόσο καιρό είχε φωλιάσει στην ψυχή του, αφότου δηλαδή αρνήθηκε το Χριστό. Στο πρώτο μοναστήρι που τον έβγαλε ο δρόμος κτύπησε την πόρτα, τον δέχθηκαν με αγάπη, έμεινε εκεί προσευχόμενος και κλαίγοντας για το βαρύ του αμάρτημα.
Ο λόγος του Θεού που διάβαζε στις γραφές, οι αγρυπνίες, οι προσευχές και η αυστηρή νηστεία και ακόμα η πνευματική καθοδήγηση γαλήνεψαν την ψυχή του Ηλία. Με δάκρυα και συντριβή εξομολογήθηκε και δέχθηκε τον κανόνα του, η συντριβή του ήταν πραγματική. Αργότερα ζήτησε να γίνει μοναχός, η χαρά του ήταν μεγάλη, όταν ο ηγούμενος δέχθηκε το αίτημα του, έτσι μπροστά σε όλη την αδελφότητα της μονής εκάρει μοναχός. Είχαν περάσει 8 ολόκληρα χρόνια από τότε που μπήκε στο μοναστήρι, 8 χρόνια μετανοίας και άσκησης, μέσα του πια είχε ωριμάσει η σκέψη της ομολογίας, πρέπει έλεγε να γυρίσω στην Καλαμάτα, εκεί ενώπιον των χριστιανών και των Τούρκων να ομολογήσω την πίστη μου στον Σωτήρα Χριστόν. Αυτές τις σκέψεις του τις εξομολογήθηκε σε έναν ενάρετο πνευματικό και εκείνος τον συμβούλευσε πως ναι έπρεπε να πάει στην Καλαμάτα και να ομολογήσει εκεί την πίστη του. Τον παρότρυνε ακόμα και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου προς τον μαθητή του Τιμόθεο «Ομολογήσας την καλήν ομολογίας ενώπιον πολλών μαρτύρων». Παίρνοντας την ευχή του γέροντα του, έφυγε από το Άγιο Όρος με προορισμό την Καλαμάτα.
Σαν έφτασε στην Καλαμάτα, πήγε αρχικά στους ιερείς και τους φανέρωσε το μυστικό του, εκείνοι χάρηκαν για την μετάνοια του, όμως τον εμπόδισαν να ομολογήσει δημόσια την πίστη του, φοβούμενοι μήπως δειλιάσει την ώρα του μαρτυρίου, γιατί τα βασανιστήρια ήταν φοβερά για τους αρνητές του Ισλάμ. Με εφόδιο την Θεία Κοινωνία και σταθερός ως αδάμας στην απόφασή του, βγήκε στην αγορά και στους δρόμους της πόλης με σκοπό να τον δουν οι Τούρκοι και να μάθουν για την επιστροφή του στην χριστιανική πίστη. Έτσι και έγινε, ο νεοφερμένος καλόγερος τράβηξε την προσοχή των Τούρκων, κάποιοι τον αναγνώρισαν και τον φώναξαν, εσύ δεν είσαι ο Μουσταφά Αρδούνης ο κουρέας, στάθηκε και με θάρρος τους απάντησε, ναι εγώ είμαι, πλην όμως δεν λέγομαι μουσταφάς αλλά Ηλίας και είμαι χριστιανός και αμέσως άρχισε να κηρύττει ότι ο Χριστός είναι ο Θεός ο αληθινός και όχι ο ψευδοπροφήτης ο Μωάμεθ. Οι Τούρκοι εξαγριώθηκαν, τον άρπαξαν και δέρνοντας τον, τον έσυραν και τον έφεραν στο δικαστή της Καλαμάτας. Αυτός μόνος του ζήτησε και έλαβε την πίστη μας και τώρα την ατιμάζει, είπαν οι Τούρκοι. Όταν ρωτήθηκε ο Ηλίας τα επιβεβαίωσε ομολογώντας την πίστη του. Ο δικαστής διέταξε να τον κλείσουν στη φυλακή, ώσπου να πάρει την απόφασή του. Για αρκετές ημέρες στην φυλακή οι Τούρκοι τον βασάνιζαν με σκοπό να φοβηθεί και να λυγίσει, εκείνος ο μακάριος Ηλίας ως γενναιόφρον αθλητής δόξαζε το άγιο όνομα του Χριστού και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο υμνογράφος του χωρίς να δειλιάσει από τις απειλές και τα βασανιστήρια, των μαρτύρων την αρετήν μιμησάμενος, γενναίως τας κακώσεις του σώματος υπέμεινε υμνώντας τον Ιησού Χριστό.
Τον έφεραν για δεύτερη φορά ενώπιον του δικαστή. Ο δικαστής βλέποντας το αλόγιστο φρόνημα του μάρτυρα αποφάσισε να τον κάψει ζωντανό και για να είναι οδυνηρότερο το μαρτύριο του, η φωτιά να καίει με χλωρά ξύλα. Τον πήραν οι δήμιοι και τον οδήγησαν σε μια τοποθεσία της Καλαμάτας που ονομαζόταν Βέλιουρα. Μάλιστα ένας Τούρκος τον κτύπησε με το ξίφος του και του κατέκοψε την πλάτη. Αλλά ο αθλοφόρος του Χριστού Μάρτυρας όχι μόνο δεν δείλιασε, αλλά πήρε θάρρος μεγαλύτερο και άρχισε να ψάλει, εάν γαρ πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου ου φοβηθήσωμε κατά ότι συ μετ' εμού ει. Όταν έφτασαν στον τόπο του μαρτυρίου τον έριξαν στην φωτιά για να καεί ζωντανός, όμως όπως γράφει ο βιογράφος του Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Νέο Μαρτυρολόγιο του, ω του θαύματος, ούτε τα ράσα του, ούτε τα μαλλιά του, ούτε τα γένια του εκάησαν, αλλά ετελείωσε η φωτιά χωρίς να βλαφτεί διόλου το μαρτυρικό του σώμα. Οι δήμιοι ως είδαν αυτό, ευθύς του απέκοψαν την κεφαλήν και ούτως έλαβε παρά του αγωνοθέτου Θεού ημών τον αμάραντον στέφανον του μαρτυρίου. Ο Χριστός δέχθηκε την μαρτυρική ψυχή του στην ουράνια βασιλεία Του, ήταν 31 Ιανουαρίου 1686 (ή 1685).
Οι Τούρκοι που φύλαγαν το ιερό του λείψανο για να μην το πάρουν οι χριστιανοί έντρομοι αντίκρισαν ένα λαμπρό ουράνιο φως να τυλίγει το ιερό αυτό λείψανο και είπαν ότι επειδή η φωτιά δεν τον έκαψε, έστειλε ο Αλλάχ φωτιά από τον ουρανό για να τον κάψει. Οι χριστιανοί της Καλαμάτας δίνοντας πολλά χρήματα στους Τούρκους κατόρθωσαν και πήραν το τίμιο λείψανο του μάρτυρα και το ενταφίασαν στον τόπο του μαρτυρίου του. Από την πρώτη κιόλας στιγμή οι Καλαματιανοί άρχισαν να τον τιμούν σαν άγιο και τον επικαλούνταν στις προσευχές τους.
Αργότερα οι χριστιανοί της Καλαμάτας ζήτησαν από τον πασά της πόλης να κτίσουν ναό στον άγιο, οι Τούρκοι όμως αρνήθηκαν να ανεργεθεί ναός στον όνομα του αγίου Ηλία. Τελικά οι Καλαματιανοί μετά από πολλές προσπάθειες, έκτισαν στον τόπο όπου μαρτύρησε ο άγιος, ένα μικρό ναό αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και εκεί τιμούσαν και τον δικό τους μάρτυρα τον άγιο Ηλία τον Αρδούνη. Ο ναός πυρπολήθηκε κατά τις επιδρομές των τούρκων του Ιμπραήμ Πασά το 1825. Αργότερα στη θέση του κτίστηκε νέος μεγαλύτερος ναός που υπάρχει μέχρι και σήμερα, αφιερωμένος στους Άγιους Σαράντα Μάρτυρες και στον Άγιο Ηλία τον Αρδούνη. Η αγία του κάρα και μέρος των αγίων του λειψάνων φυλάσσονται στην Ιερά Μονή Βουλκάνου. Επειδή την ημέρα του μαρτυρίου του ξεκινούν οι εκδηλώσεις για την γιορτή της Παναγίας της Υπαπαντής πολιούχου της Καλαμάτας, η μνήμη του μεταφέρεται και εορτάζεται πανηγυρικά μαζί με όλους τους κουρείς την Κυριακή των Μυροφόρων, ενώ στις 2 Φεβρουαρίου μαζί με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Υπαπαντής που λιτανεύετε στους δρόμους της Καλαμάτας, λιτανεύετε και η αγία του κάρα καθώς και την Κυριακή των Μυροφόρων.
Πηγή: messinia.pblogs.gr
|