1η Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα της εύθραυστης Τρίτης Ηλικίας, και με μια πρώτη ματιά τα λιγοστά στοιχεία που
αναλύονται από την Ελληνική Γεροντολογική και Γηριατρική Eταιρεία, όπως ήταν αναμενόμενο προκαλούν απογοήτευση.
«...Το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 χρόνων μιας χώρας είναι άνω του 7%, χαρακτηρίζεται γηρασμένη. Η Ελλάδα, με ποσοστό σήμερα άνω του 17,1% και προοπτικές για το άμεσο μέλλον, το 2020, να πλησιάζει το 24%, θεωρείται χώρα γηρασμένου πληθυσμού. Ταυτόχρονα ο πληθυσμός από 0-14 ετών αριθμεί το 14%, που σημαίνει όχι μόνον ότι γερνάμε σαν χώρα αλλά ότι
μελλοντικά θα μειωθεί σημαντικά ο πληθυσμός της χώρας.
Η βασική προσπάθεια για τον ηλικιωμένο θα πρέπει να είναι η διατήρηση της καλής ποιότητας ζωής του, η εξασφάλιση της αυτονομίας και αυτάρκειάς του, όπως και η προστασία του σε περίπτωση ασθένειας.
Η ανάπτυξη υπηρεσιών και δομών για ηλικιωμένους γίνεται πλέον επιτακτική. Στις αναπτυγμένες χώρες υπάρχουν κρεβάτια που αντιστοιχούν στο 10% του αριθμού των ηλικιωμένων, που είναι το ποσοστό ηλικιωμένων που χρειάζεται προστατευμένη διαμονή ή παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών. Δηλαδή η χώρα μας θα έπρεπε να έχει περίπου 150.000 προστατευμένα κρεβάτια.
Δυστυχώς όμως δεν έχουμε αναπτύξει σχετικές δομές.
Ειδική εκπαίδευση στελεχών (γιατρών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, νοσηλευτών, κοινωνικών λειτουργών) σε γηριατρική και γεροντολογία θα έδινε λύσεις στα παραπάνω προβλήματα.
Εκπαίδευση όμως δεν υπάρχει...»
Μπορεί να ακουστεί σαν κλισέ, αλλά μάλλον όλοι μας αναρωτιόμαστε πόσο περήφανοι μπορούν να αισθάνονται άραγε οι κυβερνώντες μπροστα στα “περήφανα” γηρατειά. Μπροστά σ'αυτά τα κουρασμένα και πολυταξιδεμένα καράβια που, στο τέλος της διαδρομής, αντί για την ηρεμία και την γαλήνη ενός ασφαλούς λιμανιού πολλές φορές τους περιμένει η μελαγχολία, η ανέχεια, η μιζέρια, ή, ακόμη και αυτή η ίδια η εγκατάλειψη που οδηγεί στην επαιτεία.
Πιστεύω όμως, πως μέσα από ένα φόρουμ νέων ανθρώπων και με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας των Ηλικιωμένων, είναι καλύτερα να αναδυθεί ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Παραθέτω λοιπόν ένα άρθρο του Ανδρέα Κριτσωτάκη από το 2810.gr, το οποίο λιτά και σύντομα περιγράφει πως μέσα από την απλότητα, την δίψα και την αγάπη για ζωή, επιστρατεύονται ανεξάντλητα ψυχικά αποθέματα, που μπροστά τους ωχριά ακόμη και αυτό το αδυσώπητο ξετύλιγμα του χρόνου που οδηγεί στο αναπόφευκτο τέλος. Ένα πραγματικό μάθημα αυθεντικού τρόπου ζωής.
98χρονος με αναπηρικό αμαξάκι βόσκει τα αιγοπρόβατά του
«Όταν βόσκεις τα αιγοπρόβατά σου για πάνω από οκτώ δεκαετίες, τότε είναι πραγματικά δύσκολο να τα αποχωριστείς, ακόμη και αν είσαι μόλις δύο σκαλιά πριν από τα 100 χρόνια ζωής». Με το χάραμα της ημέρας ο 98χρονος Μανόλης Μιχαλάκης από το χωριό Πατσός Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου, αφού σηκωθεί και πιει τον καφέ του, ξεκινάει για την αγαπημένη του ασχολία: να βόσκει τα κατσικάκια του, με ένα πραγματικά πρωτότυπο τρόπο, χρησιμοποιώντας ένα αναπηρικό αμαξίδιο με το οποίο τα καθοδηγεί και τα πηγαίνει για να βοσκήσουν, αφού τα πόδια του τον έχουν πλέον προδώσει! «Μπορεί το σώμα να βάρυνε, όμως η ψυχή παραμένει ακόμη δυνατή», εξομολογείται ο κ. Μιχαλάκης, παραδίδοντας έτσι σε όλους τους νεώτερούς του ένα μάθημα ζωής. Ο ίδιος, ακούραστος και γεμάτος διάθεση για ζωή και δημιουργία, δηλώνει ότι δεν θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να είναι μακριά από αυτό που τον γεμίζει και τον ευχαριστεί περισσότερο. Να σαλαγάει το κοπάδι του στα ίδια ακριβώς μέρη που πηγαίνει εδώ και περίπου 85 χρόνια, όταν αμούστακο ακόμη αγόρι, ξεκινούσε για να φυλάξει τα αιγοπρόβατα της οικογένειάς του.
Τα ζωντανά του: Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον 98χρονο βοσκό και τα ζώα του. «Με όλα μου τα ζωντανά μιλάω και με καταλαβαίνουν σε ό,τι τους λέω», σημειώνει ο κ. Μιχαλάκης. Το μυστικό του, όπως τονίζει είναι ότι συμπεριφέρεται στα ζώα του, όπως θα μιλούσε σε ένα φίλο του ή ένα μέλος της οικογένειάς του, κάτι που φαίνεται ότι έχει αποτέλεσμα. Πραγματικά είναι εκπληκτικό, το πώς ο 98χρονος ποιμένας κουμαντάρει το κοπάδι του. Αυτός προχωράει μπροστά με το αναπηρικό του αμαξίδιο και τα κατσικάκια ακολουθούν, μαζεμένα γύρω από αυτό, χωρίς ίχνος φόβου. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι δεν απομακρύνονται από στιγμή κοντά του, ενώ ακόμη κι όταν βόσκουν δεν φεύγουν για απόσταση μεγαλύτερη των 30- 50 μέτρων. Πάρα πολλοί τον σταματάνε στο δρόμο απορημένοι και εντυπωσιασμένοι ταυτόχρονα -όπως ο κ. Γιάννης Φραγκιαδάκης που τον απαθανάτισε με το φωτογραφικό του φακό- και τον ρωτάνε πού βρίσκει το κουράγιο να βγάζει τα αιγοπρόβατά του έξω στη φύση καθημερινά, πηγαίνοντάς τα για βοσκή, μετακινούμενος με το αναπηρικό αμαξίδιο. «Είμαι γεννημένος το 1910 και δεν έχω σκοπό να πεθάνω», τους απαντάει, «ούτε να το βάλω κάτω παρά τις δυσκολίες. Για αυτό φτύξετε με να μη με ματιάσετε» λέει με ζωηρή φωνή ο κ. Μιχαλάκης. Και αμέσως μετά καλεί τα ζώα του, τα οποία υπακούουν αμέσως στο πρόσταγμά του και όλοι μαζί παίρνουν το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, έχοντας ολοκληρώσει έτσι τον κύκλο μιας ακόμη γεμάτης ημέρας στη ζωή του
