Απάντηση: Ανέκδοτα & Αστεία
Μου θύμισε η Βάσω ένα κρητικό ανέκδοτο...
Μια φορά ήτονε σ'ένα χωριό ο Μανούσος με τη γυναίκα του τη Σοφία. Είχανε τα ζούμπερά τους, το κήπο τους τα χωράφια τους, τα αμπέλια τους, όλα τα καλά του θεού.
Μαζί με τ'άλλα ζώα, ο Μανούσος είχε κι ένα γάιδαρο που ήταν πολύ ζωηρός κι ούλη την ώρα έσπουνε τα σαμάρια. Μαύρο τον έκαμε στο ξύλο ο Μανούσος ώστε να τονε κουλαντρίσει να τονε στρώσει στη δουλειά.
Μια μέρα, έλειπε ο Μανούσος στη χώρα και επήγε η γυναίκα του να σμαρώσει το γάιδαρο να πάει στο χωράφι. Τσιλάσει όμως ο γάιδαρος και τση θέτει μια με τα πισινά του πόδια και την αφήνει στο τόπο!
Την άλλη μέρα έγινε η κηδειά τση κακομοίρας τση Σοφίας. Όταν εχαιρετούσανε οι αθρώποι, επρόσεξε ο παπάς πως οι άντρες, σκύβανε και λέγανε κάτι στο αυτί του Μανούσου, του χτύπαγαν τη πλάτη κι αυτός ο αχαΐρευτος εβαστούσε με νύχια και με δόντια να μη γελάσει.
Μόλις ετέλειωσε η κηδεία, τονε πλησιάζει ο παπάς και του λέει:
-Μρε Μανούσο, σα δε ντρέπεσαι να σου μιλούνε οι άντρες στο αυτί να σε παρηγορήσουνε, κι εσύ να βαστάς να μη γελάσεις;
-Όι παπα-Μανώλη, δε με παρηγορούσανε, παρά με ρωτάγανε ανε πουλώ τα γάιδάρο μου!!!
|