Κατά πάσα πιθανότητα, οι ανθρωποθυσίες αποτελούσαν μέρος της ιστορίας όλων των γεωργικών λαών της αρχαιότητας, παρότι σαφείς αποδείξεις δεν υπάρχουν για όλες τις περιπτώσεις.
Αντίθετα, στους λαούς της εποχής του κυνηγιού οι ανθρωποθυσίες αποτελούσαν μάλλον την εξαίρεση. Ωστόσο, ήδη στη Μέση και Ανώτερη Παλαιολιθική εποχή θυσιάζονταν είτε βασιλείς και ηλικιωμένοι ιερείς είτε νεαρές γυναίκες και παιδιά, με σκοπό να επιτευχθεί η γονιμότητα της γης. Έθιμα ανθρωποθυσιών επιβεβαιώθηκαν στη θρησκευτική ιστορία των Ίνκας, των Σλάβων, των Σουμερίων, των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων, των Ινδιάνων, των Πολυνησίων και των Φοινίκων. Και όχι μόνο. Οι ανθρωποθυσίες ήταν γνωστές και στους Δωριείς, τους προγόνους του ελληνικού πολιτισμού, ενώ ήταν συνηθισμένη πρακτική και στην αρχαία Κρήτη. Στη Ρώμη, κατά τον εορτασμό των Αργείων, έριχναν στον Τίβερη ανδρείκελα από βούρλα, τελετουργία που πιθανότατα προέρχεται από εθιμοτυπικές δολοφονίες με ρίζες στην ετρουσκική εποχή. Χωρίς αμφιβολία, όμως, το ρεκόρ ανθρωποθυσιών ανήκει στους Αζτέκους. Κατά τη διάρκεια μίας και μόνο τελετής, που διήρκεσε τέσσερις μέρες, θυσιάστηκαν κοντά στο ναό του Τενοχτιτλάν είκοσι χιλιάδες αιχμάλωτοι πολέμου. Ο μέσος όρος ανθρωποθυσιών του σημαντικότερου αζτεκικού ναού είναι αξιοσημείωτος: 15 χιλιάδες θυσίες το χρόνο.