|
|||||||
| Μεγάλες Αλήθειες | |
| Tο Knockin' on Heaven's door γράφτηκε από το Βob Dylan για το soundtrack της ταινίας Pat Garrett and Billy the Kid του Sam Peckinpah | |
![]() |
|
|
Εργαλεία Θεμάτων | Τρόποι εμφάνισης |
|
|
#1 (permalink) |
|
sail away...
|
Ένα από τα αγαπημένα μου θέματα...
Μπορούμε να παραθέτουμε κείμενα που αφορούν την ελληνική μυθολογία, για θεούς, ήρωες, μύθους και οτιδήποτε σχετικό! Ας ξεκινήσουμε με μια "γνωριμία" με το 12θεο. Οι 12 ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ Η Ταυτότητα της θεάς Αφροδίτης Γονείς: Δίας, Διώνη Παππούς: Κρόνος Γιαγιά: Ρέα Σύζυγος: ΄Ηφαιστος και ΄Αρης Παιδιά: Δείμος, Φόβος, (Τρόμος), Αρμονία Σύμβολα: Ρόδο, περιστέρι, μυρτιά Τι προστάτευε: Την ομορφιά και τον έρωτα Μύθοι: Τη λένε αναδυομένη Αφροδίτη γιατί αναδύθηκε από τους αφρούς της θάλασσας. ΄Ενα κομμάτι του θεού Ουρανού έπεσε στη θάλασσα κοντά στο νησί των Κυθήρων. Τα κύματα το έσπρωξαν μακριά κοντά στο νησί της Κύπρου. Μέσα από τον αφρό βγήκε μια πεντάμορφη κοπέλα, η θεά της ομορφιάς, η Αφροδίτη. Αν και κατά τον Όμηρο είναι κόρη του Δία και της Τιτανίδας ή Ωκεανίδας Διώνης, είναι βέβαιο ότι η λατρεία της ήλθε στην Ελλάδα από την Ανατολή, μέσω της Φοινίκης, της Κύπρου και των Κυθήρων. Η Ταυτότητα του Ερμή Γονείς: Δίας, Μαία Παππούς: Κρόνος Γιαγιά: Ρέα Σύμβολα: Κριάρι, κηρύκειο, πέτασος Τι προστάτευε: Τους παλαιστές, τις πόλεις που κάνουν σπονδές Μύθοι: Από τη στιγμή της γέννησής του φάνηκε πόσο πονηρός ήταν. ΄Εκλεψε τις πενήντα αγελάδες του Απόλλωνα από την Πιερία. ΄Αλλαξε τις οπλές, δηλαδή έβαλε τις οπλές τους ανάποδα. Ο Απόλλωνας θύμωσε πολύ. Ο Ερμής ήθελε να τον εξευμενίσει. Γι' αυτό έφτιαξε - την πρώτη στον κόσμο - μια λύρα από καβούκι χελώνας και έντερα αγελάδας. Η Ταυτότητα του Δία Γονείς: Ρέα-Κρόνος Παππούς: Ουρανός Γιαγιά: Γη Αδέλφια: Ποσειδών, Πλούτων ΄Ηρα, Δήμητρα, Εστία Σύζυγος: Ήρα Παιδιά: ΄Αρης, Ειλείθυια, ΄Ηβη, ΄Ηφαιστος Σύμβολα: Αετός, Νίκη, Σκήπτρο Τι προστάτευε: Τους ξένους, τους βασιλιάδες, τους φτωχούς, τους τίμιους Μύθοι: Ο Κρόνος φοβόταν μην πραγματοποιηθεί η προφητεία του Ουρανού: ένα από τα παιδιά του να του πάρει το θρόνο. ΄Ετσι κατάπινε όλα τα παιδιά του. ΄Οταν γεννήθηκε ο Δίας, η Ρέα τον έκρυψε στο βουνό ΄Ιδη στη σπηλιά Δίκτη και έδωσε στον Κρόνο να φάει μιά πέτρα αντί για το Δία. Στη σπηλιά Δίκτη ο Δίας μεγάλωνε με το γάλα μιάς κατσίκας, της κατσίκας Αμάλθειας. ΄Ηταν φόβος να ακούσει τα κλάματα του μωρού ο Κρόνος. Για αυτό οι Κουρήτες έκαναν θόρυβο χτυπώντας τις ασπίδες τους και τα σπαθιά τους. Μια μέρα καθώς έπαιζε με την Αμάλθεια της έβγαλε το κέρατο. ΄Οποιος κατείχε αυτό το κέρατο μπορούσε να έχει όλα τα καλά του κόσμου. Περιστέρια και αετοί του έφερναν φαγητό και πιοτό, αμβροσία και νέκταρ. Η νύμφη Αδράστεια του χάρισε μια μπάλα τυλιγμένη με φύλλα κισσού. ΄Οταν τη πέταγες ψηλά πριν πέσει έκανε διάττοντες αστέρες. Η επαρσή του είναι φοβερή. Τίποτα δεν σκιάζει τη δύναμή του. Ευλογεί το γάμο, συντρέχει τις μητέρες να φέρουν στο φως και να αναστήσουν τα τέκνα τους. Η Ταυτότητα της ΄Ηρας Γονείς: Κρόνος, Ρέα Παππούς: Ουρανός Γιαγιά: Γη Αδέρφια: Δίας, Εστία, Δήμητρα, Ποσειδών, Πλούτος Σύζυγος: Δίας Παιδιά: ΄Αρης, ΄Ηβη, Ειλείθυια, ΄Ηφαιστος Σύμβολα: Παγόνι, κούκος, σκήπτρο, ρόδι Τι προστάτευε: Το γάμο, τα παιδιά, τις γυναίκες Η ΄Ηρα ζήλευε τον Δία. Επίσης κυνηγούσε τον γιό του, τον Ηρακλή, για πολλά χρόνια. Κυνηγούσε και τις μητέρες που ήθελαν να παντρευτούν το Δία. Δεν άφησε τη Λητώ, μητέρα του Απόλλωνα και της ΄Αρτεμης, να γεννήσει τα παιδιά της. ΄Εβαλε ένα τέρας, τον Πίθωνα, που δεν την άφηνε σε ησυχία. ΄Οταν κουραζόταν την έπαιρνε χρυσό αμάξι που το έσερναν παγόνια και την πήγαινε βόλτα. Η Ταυτότητα του θεού Ποσειδώνα Γονείς: Κρόνος, Ρέα Παππούς: Ουρανός Γιαγιά: Γη Αδέρφια: Δίας, ΄Ηρα, Πλούτων, Δήμητρα, Εστία Σύζυγος: Αμφιτρίτη Παιδιά: Πήγασος, Αρείονας, Πολύφημος, Νηρέας, Πελίας και άλλα Σύμβολα: Τρίαινα, δελφίνι, άλογο, πεύκο Τι προστάτευε: Τους ναυτικούς, τη θάλασσα, και τα όντα της Μύθοι: Η Αθηνά και ο Ποσειδώνας μάλωναν για το ποιός θα προστατεύει την Αθήνα. Η Αθηνά έκανε δώρο στην Αθήνα τις ελιές και ο Ποσειδώνας ένα άλογο. Οι Αθηναίοι προτίμησαν την ελιά κι έτσι η Αθηνά προστάτευε την Αθήνα. Η Ταυτότητα της 'Αρτεμης Γονείς: Λητώ, Δίας Παππούς: Κρόνος Γιαγιά: Ρέα Αδέρφια: Απόλλων Σύζυγος: Παιδιά: Σύμβολα: Φίδι, ελάφι, φαρέτρα, τόξο Τι προστάτευε: Τα ζώα, τους κυνηγούς Μύθοι: Η ΄Αρτεμη είχε τα γενέθλιά της. ΄Ηταν τριών ετών. Ζήτησε από τον πατέρα της, το Δία να της κάνει δώρο ένα τόξο και βέλη σαν κι αυτά που είχε ο αδερφός της ο Απόλλων. Του ζήτησε ακόμη να μην παντρευτεί ποτέ και να έχει συνοδούς νύμφες από τη θάλασσα και τη στεριά. Η Ταυτότητα της Εστίας Γονείς: Κρόνος, Ρέα Παππούς: Ουρανός Γιαγιά: Γη Αδέρφια: ΄Ηρα, Δήμητρα, Πλούτων, Ποσειδών, ΄Ηρα, Δίας Σύζυγος: - Σύμβολα: Η οικογένεια Τι προστάτευε: Την οικογένεια, τη φωτιά Μύθοι: Η Εστία υποσχέθηκε στο Δία ότι δεν θα παντευτεί ποτέ της και θα τον υπηρετεί. Ο Δίας ευχαριστήθηκε και την έκανε θεά της οικογένειας. Η Ταυτότητα του 'Αρη Γονείς: Δίας, ΄Ηρα Παππούς: Κρόνος Γιαγιά: Ρέα Αδέρφια: Ειλείθυια, ΄Ηβη, ΄Ηφαιστος Σύζυγος: Αφροδίτη Σύμβολα: Την πανοπλία, τα όπλα Τι προστάτευε: Τον πόλεμο Παιδιά: Δείμος, Φόβος, Αρμονία Μύθοι: Ο Φόβος, ο υιός του ΄Αρη ήθελε να φτιάξει ένα ναό για τον πατέρα του. Τον έφτιαξε από κόκαλα νεκρών της μάχης. Του Απόλλωνα δεν του άρεσε αυτό το έργο. ΄Εφτιαξε ένα ποταμό που κατάστρεψε το βωμό. ΄Ηταν ο θεός του πολέμου. Δεν του άρεσαν οι θυσίες χωρίς αίμα. Η Ταυτότητα του ΄Ηφαιστου Γονείς: Δίας, ΄Ηρα Παππούς: Κρόνος Γιαγιά: Ρέα Αδέρφια: ΄Αρης, Ειλείθυια, ΄Ηβη Σύζυγος: Αφροδίτη Παιδιά: Ο Εριχθόνιος, ο Παλαίμονας, ο ΄Αρδαλος Τι προστάτευε: Τα ηφαίστεια, τη φωτιά, τους σιδηρουργούς Μύθοι: Ο ΄Ηφαιστος ήταν κουτσός γιατί τον έριξε από τον ΄Ολυμπο ο Δίας. Κάποτε ο ΄Ηφαιστος φιλονικούσε με την ΄Ηρα. Ο Δίας θύμωσε και τον έριξε από τον ΄Ολυμπο. ΄Εκανε μία μέρα να πέσει και κατά τη νύχτα προσγειώθηκε στο νησί Λήμνος. Οι κάτοικοι του νησιού τον περιποιήθηκαν. Το εργαστήριό του ήταν το ηφαίστειο Μόσχυλος. Οι βοηθοί του ήταν οι Κάβειροι που τους λάτρευαν στη Λήμνο. Σύμβολα: Σφυρί, αμόνι. Η Ταυτότητα της θεάς Αθηνάς Γονείς: Δίας, Μήτη Γιαγιά: Ρέα Παππούς: Κρόνος Αδέρφια: Παιδιά: Σύζυγος: Σύμβολα: Ελιά, κουκουβάγια, φίδι, κόκορας Μύθοι: Ο Δίας άκουσε μια προφητεία ότι το παιδί που θα γεννιόταν μετά την Αθηνά θα τον εκθρόνιζε. Αυτός έφαγε τη Μήτη. ΄Οταν ήρθε η ώρα της γέννησης, ο Δίας είχε φοβερούς πονοκεφάλους. Φώναξε τον ΄Ηφαιστο να του ανοίξει το κεφάλι. ΄Οταν ο ΄Ηφαιστος άνοιξε το κεφάλι του Δία ξεπετάχτηκε πάνοπλη η Αθηνά μέσα από αυτό. Τι προστάτευε: Τους αδικημένους, τους ήρωες. Η Ταυτότητα της θεάς Δήμητρας Γονείς: Κρόνος, Ρέα Γιαγιά: Γη Παππούς: Ουρανός, Κρόνος Αδέρφια: Δίας,΄Ηρα, Πλούτων, Ποσειδών Παιδιά: Περσεφόνη, Πλούτος, μια κόρη (δεν αναφέρεται το όνομά της), Αρείονας Σύζυγος: Δίας Σύμβολα: καλάθι με καρπούς, δέμα με στάχυα, το πουλί γερανός, νάρκισσος, παπαρούνα Μύθοι: Ο 'Aδης απήγαγε την Περσεφόνη καθώς μύρισε ένα νάρκισσο. Της έδωσε ένα ρόδι για να ξεχάσει τη μητέρα της. Η Δήμητρα στενοχωρήθηκε πολύ. Πλανιόταν 9 μέρες και 9 νύχτες. Βρήκε καταφύγιο στην Ελευσίνα.Εκεί ανάλαβε την ανατροφή του γιού του βασιλιά Κελεού που λεγόταν Δημοφώντας. Η Δήμητρα ήθελε να τον κάνει αθάνατο. Γι'αυτό τον έτρεφε με αμβροσία και έκαιγε το θνητό σώμα του στις φλόγες. Μιά φορά τον είδε η μητέρα του παιδιού που λεγόταν Μετάνειρα. Η Δήμητρα θύμωσε και σταμάτησε τη διαδικασία αυτή. Σαν ανταπόδοση της φιλοξενίας η Δήμητρα έμαθε να καλλιεργούν τη γη. Η Δήμητρα είχε στενοχωρηθεί πολύ για την αρπαγή της κόρης της. Στη Γη προκάλεσε ακαρπία. Ο Δίας της είπε να συνεχίσει το έργο της σαν θεά της γεωργίας. Παράλληλα πρόσταξε τον ΄Αδη να αφήνει την Περσεφόνη το μισό χρόνο και τον άλλο μισό να την κρατάει. Τα δημητριακά πήραν τ' όνομά της. Τα δημητριακά είναι το σιτάρι, η σίκαλη, η βρόμη, το ρύζι, το κριθάρι και το καλαμπόκι. Οι κυριότερες γιορτές που τελούνταν προς τιμήν της ήταν τα Θεσμοφόρια, τα μεγάλα Ελευσίνια μυστήρια και τα μικρά μυστήρια που γίνονταν στο δήμο ΄Αγρα της Αττικής. Η Ταυτότητα του θεού Απόλλωνα Γονείς: Δίας, Λητώ Παππούς: Κρόνος Γιαγιά: Ρέα Αδέλφια: ΄Αρτεμη Παιδιά: Ασκληπιός Σύζυγος: Κορωνίδα Σύμβολα: τόξο, βέλη, φίδι, σαύρα, φοίνικας, λύρα, ελιά, δάφνη, γρύπας, ομφαλός, κύκνος και άλλα πολλά. Τι προστάτευε: τους ναυτικούς, τους κυνηγούς, τις τέχνες, τη μουσική Μύθοι: Η Λητώ είχε παιδιά στην κοιλιά της και έπρεπε να γεννήσει. ΄Εψαχνε πολλά μέρη αλλά δεν έβρισκε πουθενά μέρος για να γεννήσει. Γιατί η ΄Ηρα είχε κλείσει όλα τα μέρη παντού. Ο Ποσειδών λυπήθηκε τη Λητώ και μέσα στη μέση του Αιγαίου φανερώθηκε ένα νησί που ονομάστηκε Δήλος. Εκεί η Λητώ γέννησε τον Απόλλωνα και την ΄Αρτεμη. Μια μέρα ο Απόλλωνας κυνηγούσε τη Δάφνη γιατί του άρεσε, μα εκείνη δεν ήθελε να την πιάσει. Η Δάφνη παρακάλεσε τότε τη Γη να τη βοηθήσει και η Γη της είπε: "Ναι θα σε βοηθήσω" και με μιας ρούφηξε τη Δάφνη το χώμα και εκεί ακριβώς φύτρωσε ένα μυρωδάτο λουλούδι που ονομάστηκε Δάφνη. Ο Απόλλωνας το χειμώνα πήγαινε στη χώρα των Υπερβορείων και την άνοιξη επέστρεφε στην Ελλάδα κι έφερνε πάλι το φως. Αυτοί αποτελούσαν το 12θεο που κατοικούσε στον Όλυμπο και υπήρχε και ο Πλούτωνας που, κατόπιν κλήρωσης, έλαβε ως μερίδιο τη βασιλεία του Κάτω Κόσμου. Η Ταυτότητα του θεού 'Aδη ή Πλούτωνα Γονείς: Κρόνος , Ρέα Παππούς: Ουρανός Γιαγιά: Γη ή Γαία Σύζυγος: Περσεφόνη Αδέρφια: Δίας , Ποσειδώνας , Εστία, Ήρα , Δήμητρα Παιδιά: - Σύμβολα: κυπαρίσσι, νάρκισσος Μύθοι: Ο θεός Πλούτωνας απήγαγε την κόρη της θεάς Δήμητρας την Περσεφόνη. Την πήρε στον κάτω κόσμο εκεί που βασίλευε ο Πλούτωνας (Άδης). Της έδωσε να φάει ρόδι και η Περσεφόνη ξέχασε την μητέρα της. Η Δήμητρα έκλαιγε και επειδή ήταν η θεά της γεωργίας, όλα τα φυτά ξεράθηκαν. Ο Δίας (Ζευς) έλυσε το πρόβλημα. Είπε στο θεό Άδη να αφήνει έξι μήνες την Περσεφόνη να γυρίζει στον επάνω κόσμο και τότε έχουμε άνοιξη και καλοκαίρι και η Δήμητρα χαίρεται. Τους άλλους 6 μήνες που έχουμε φθινόπωρο και χειμώνα η Περσεφόνη επιστρέφει στον κάτω κόσμο. Οι σπόροι "κοιμούνται" και η φύση φαίνεται να είναι λυπημένη γιατί λυπάται και η Δήμητρα. Ο πιο αγαπημένος θεός των αρχαίων Ελλήνων ήταν όμως ο γλεντοκόπος Διόνυσος που ήρθε στη Ελλάδα από τη Φρυγία, τη Θράκη ή την Αίγυπτο. Η Ταυτότητα του θεού Διόνυσου Γονείς: Δίας, Σεμέλη Παππούς: Κρόνος Γιαγιά: Ρέα Αδέλφια: ΄Αρης, Ειλείθυια, Ήβη Παιδιά: Στάφυλος, Μήδος, Πρίαπος Σύζυγος: Αριάδνη, Αλφεσίβοια, Αφροδίτη Σύμβολα: ταύρος, πάνθηρας, τράγος, κλήμα, κισσός, θύρσος Τι προστάτευε: τους μεθυσμένους και το αμπέλι. ΄Ηταν ο θεός της φύσης και της γονιμότητας. Μύθοι: ΄Ενας από τους μύθους του Διονύσου είναι ότι η Ήρα ζηλότυπη, όπως πάντα, είπε στη Σεμέλη να πει στο Δία να της παρουσιαστεί σαν αληθινός θεός με όλη του τη δόξα. Η Σεμέλη τότε το είπε στο Δία και εκείνος χωρίς να το θέλει εμφανίστηκε μπροστά της και το αποτέλεσμα ήταν να κατακαεί η Σεμέλη. Ο Διόνυσος όμως δεν είχε ετοιμαστεί ακόμα για να γεννηθεί. Τότε ο Δίας τον πήρε και τον έραψε στο μηρό του και ο Διόνυσος έγινε αθάνατος. Συνοδοί του ήταν οι Σειληνοί και οι Σάτυροι. Λατρευόταν στους Δελφούς. Και απόκτησε ένα θέατρο κάτω από την Ακρόπολη της Αθήνας. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#2 (permalink) |
|
sail away...
|
Και για να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...
Στην απαρχή του πολιτισμού υπήρχαν πολύ περισσότερα ερωτήματα και πολύ λιγότερες απαντήσεις απ’ ό,τι υπάρχουν σήμερα· οι αρχαίοι λαοί προσπαθούσαν να κατανοήσουν βασικές έννοιες, πολλές από τις οποίες δεν έχουν ακόμη και σήμερα απαντηθεί, έννοιες όπως η κοσμογονία, η δημιουργία των αγαθών, των καλών και των κακών, αλλά και να «δημιουργήσουν» ένα θεϊκό πάνθεον, αφού, όπως πρόσφατα ανακαλύφθηκε, η ανάγκη για την πίστη σε ένα ή πολλούς θεούς είναι εγγενής στον άνθρωπο, καθώς κάπου στον εγκέφαλό μας υπάρχει ο λεγόμενος «θαλαμίσκος του Θεού». Έτσι, οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν το δικό τους, φανταστικό μεν, αλλά υπέροχο κόσμο των θεών, στους οποίους απόδωσαν όλες τις ιδιότητες που βρίσκονταν στους ανθρώπους, δημιουργώντας μια αιτιολογική ψευδαίσθηση και παρέχοντας καταφύγιο στις ανήσυχές τους σκέψεις, αλλά και αιτιολογώντας τις διάφορες αφηρημένες έννοιες (Έρωτας, Θάνατος, Ύπνος κτλ). Στην αρχή στον απέραντο χώρο υπήρχε ένα τεράστιο αυγό, το οποίο δημιουργήθηκε εκ του μηδενός· μία μέρα το αυγό αυτό άρχισε να ραγίζει και, σταδιακά, βγήκαν από το αυγό τα «περιεχόμενά» του: πρώτα από όλα βγήκε ένα φτερωτό πνεύμα (ο Έρως), το οποίο επέτρεψε στις άλλες δύο οντότητες, τη Γαία και το Χάος, να βγουν έξω από το αυγό. Οι τρεις αυτές θεότητες δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, απλώς εμφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Ο Έρως ήταν ένα φτερωτό πνεύμα, το οποίο είχε τόση δύναμη και τόση ένταση, που βρισκόταν (και βρίσκεται) παντού και πάντοτε, αφού είναι η αιτία της Αγάπης και της ερωτικής δημιουργίας, η οποία παράγει απογόνους και διασφαλίζει τη συνέχιση της ύπαρξής μας. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως raison d’ être (αιτία ύπαρξης). Δεν ήταν ο γνωστός σκανταλιάρης θεός, ο γιος της Αφροδίτης που τόξευε με τα βέλη τους θεούς και ανθρώπους, αλλά μια δύναμη έλξης που οδηγούσε τα στοιχεία στις ενώσεις και τις συνθέσεις τους. Είχε απεριόριστη δύναμη και ήταν ο μόνος από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες που δεν απέκτησε δικά του παιδιά. Η πρώτη ενέργεια του Έρωτα έγινε στο σκοτάδι και τη σιωπή του Ερέβους και της Νύχτας, που βασίλευαν μέχρι τη στιγμή που μπήκε ανάμεσά τους· με την επίδρασή του άρχισε η απόλυτη ψυχρότητα να εγκαταλείπει τις δύο μυστήριες υπάρξεις: αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες και κατάφεραν έτσι να διώξουν την ατέλειωτη μοναξιά που τους κυρίευε τόσους αιώνες. Από την ένωσή τους δημιουργήθηκε ο Αιθέρας και η Ημέρα, ενώ αργότερα δημιουργήθηκαν άλλες θεότητες, που αντιπροσωπεύουν αφηρημένες έννοιες, κυρίως ... Το Χάος ήταν θεοσκότεινο, μαύρο και άραχνο χωρίς κανένα ίχνος ζωής· απόλυτη σιωπή βασίλευε παντού. Αυτό το τρομακτικό, αρχικό ον ήταν απέραντο· δεν είχε αρχή ούτε τέλος (έτσι δημιουργήθηκε και η σχετική λέξη-έννοια, που έχει περάσει και στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες). Ήταν τόσο αχανές, ώστε αν κάποιος μπορούσε να πετάξει, θα πετούσε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να μπορέσει να φτάσει κάποτε σε κάποια κορυφή ή, αν κάποιος άρχιζε να πέφτει στο κατάμαυρο κενό, το Χάος, θα έπεφτε σ' όλη του τη ζωή χωρίς να φτάσει ποτέ του σε κάποιο τέλος. Μέσα στην απεραντοσύνη του κοσμικού χρόνου προήλθαν κάποτε από το Χάος, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο ερωτικό σμίξιμο, δύο παράξενα όντα, το Έρεβος και η Νύχτα. Ήταν και αυτά τα όντα αλλοπρόσαλλα, κατάμαυρα, θεόρατα και σκοτεινά με τεράστιες φτερούγες· στέκονταν το ένα απέναντι από το άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μαύρα μάτια τους, χωρίς να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ούτε κουβέντα. Η απόλυτη ησυχία και η μοναξιά συνέχισε να κυριεύει το σύμπαν. Η μόνη διαφορά τους από το Χάος ήταν ότι είχαν αρχή και τέλος. Ήταν βέβαια πελώρια και θα χρειαζόταν κάποιος να τρέχει μήνες ολόκληρες για να φτάσει από τη μια φτερούγα τους στην άλλη, σίγουρα όμως θα έβρισκε κάποιο τέλος. Η Γαία (εδώ φανερώνεται η γεωκεντρική σκέψη των αρχαίων λαών) κείτονταν μέσα στο απέραντο Χάος και, μετά τη γέννηση του Αιθέρα και της Ημέρας, γέννησε κι αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ερωτικός πόθος, τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο. Ο Ουρανός ήταν μεγαλύτερος απ' αυτήν, την περιέβαλλε ολόκληρη και μέσα στον απέραντο θόλο του περιέκλειε όλο το αστρικό σύμπαν. Ήταν πανέμορφος, θεόρατος και καταγάλανος· τόσο πολύ γοητεύτηκε η Γαία από τον πρώτο της γιο, που τον ερωτεύτηκε και έσμιξε με το τεράστιο κορμί του. Από την ένωση αυτή προήλθαν αμέτρητοι θεοί… Αφού πέρασε αρκετός καιρός από τη γέννηση του Ουρανού, η Γαία άρχισε πάλι να κυοφορεί, αλλά αυτή τη φορά τρανταζόταν ολόκληρη, μέχρις ότου ξεφύτρωσαν στην επιφάνειά της τεράστιοι γίγαντες, απέραντοι και αχανείς με αλλοπρόσαλλα κορμιά, τα τρομερά Όρη. Η Γη ποτέ σε συμπάθησε τα παιδιά της αυτά που τόσο την ταλαιπώρησαν μέχρι να γεννηθούν, ήταν όμως αναγκασμένη να ζήσει για πάντα μαζί τους και να τα ανέχεται, μια και από τη γέννησή τους ήταν προσκολλημένα πάνω στο τεράστιο σώμα της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τα διώξει από πάνω της φρικτοί πόνοι τη βασάνιζαν... Λίγο αργότερα η Γαία ένιωσε πάλι κάτι να σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της, αλλά η εγκυμοσύνη ήταν γλυκιά και χωρίς πόνους. Έτσι γεννήθηκε ο απέραντος Πόντος, που αμέσως ξεχύθηκε και περιέβαλε τη Γαία δροσίζοντάς την και κάνοντάς την ομορφότερη καθώς την κάλυπτε με το καταγάλανο σώμα του. Ο Πόντος την έκλεινε μέσα στα τεράστια μπράτσα του και η Γαία ήταν χαρούμενη και περήφανη για το νέο γιο της· ήταν πανέμορφος, ορμητικός και παντοδύναμος, άλλοτε ήρεμος και γαλήνιος και άλλοτε αφρισμένος και ταραγμένος από τα τεράστια κύματα. Μετά την ήττα του Ουρανού από τον Κρόνο η Γαία έσμιξε και μ’ αυτόν, γεννώντας καινούργιους απογόνους. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#3 (permalink) |
|
sail away...
|
Το κατάμαυρο και απέραντο Χάος γέννησε - χωρίς τη μεσολάβηση ερωτικής μίξης - το Έρεβος και τη Νύχτα, τα οποία με τη σειρά τους, γέννησαν, με τη συνουσία τους, τον Αιθέρα και την Ημέρα. Ο Αιθέρας, που γεννήθηκε πρώτος, ήταν αστραφτερός και λαμπερός, με διάφανες φτερούγες, ακτινοβολώντας το θείο φως του προς όλες τις κατευθύνσεις· χαμογελαστός και πανέμορφος, με τεράστιο σώμα, αλλά με αρμονικά μέλη και κατάλευκο δέρμα, άπλωσε. τα τεράστια σκέλη του σ' ολόκληρο το σύμπαν και σκόρπισε τη λάμψη του στο θεοσκότεινο Χάος. Ο Αιθέρας συμβόλιζε το πάνω μέρος της ατμόσφαιρας, που αποτελεί το καθαρότερο μέρος του αέρα. Η Ημέρα, λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη με κατάλευκες φτερούγες, έριξε αμέσως το αστραποβόλο βλέμμα της στον Αιθέρα και του χαμογέλασε: αυτός, μόλις αντίκρισε ένα παρόμοιο μ' αυτόν και φωτεινό πλάσμα, χάρηκε πάρα πολύ. Τα δυο αδέρφια χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έφεραν την ευτυχία μέσα στον κόσμο και, κυρίως, στη Γη· έπαιζαν και κυνηγιόνταν μέσα στο απέραντο σύμπαν, κρύβονταν πίσω από τους τεράστιους μετεωρίτες, ενώ συχνά, νευρίαζαν με τις σκανταλιές και τις φασαρίες τους, τους γερασμένους γονείς τους, που κατά βάθος όμως καμάρωναν για τα ολόλαμπρα παιδιά τους.
Από τα σκοτεινά σπλάχνα της Νύχτας γεννήθηκαν και άλλα παιδιά, τα οποία ήταν πολύ σημαντικά στη ζωή των θεών και των ανθρώπων, από την κακή, κυρίως, έννοια. Ανάμεσά τους η Απάτη, το Γέρας, η Έριδα (Φιλονικία), οι 4 Εσπερίδες, ο Κηρ (Δυστύχημα), οι Κήρες (Δυστυχία), οι 3 Μοίρες, οι Μόρος (Πεπρωμένο) ο Μώμος (Χλευασμός), η Νέμεσις (Τιμωρία), η Οιζύς (Αθλιότητα), τα Όνειρα, η Φιλότης (Ερωτική Απόλαυση) και τα δίδυμα αδέλφια, Ύπνος και Θάνατος. Η μεγάλη σχέση των τελευταίων μαρτυρείται και μετέπειτα, στο δημοτικό τραγούδι. Η Νέμεσις ήταν η θεία Δίκη, την οποία αντικατέστησε, στα νεότερα χρόνια η Θέμιδα, ενώ η Απάτη ήταν η δολοπλόκα θεά που κυρίευε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε σε άνομες πράξεις και απατεωνιές. Η καβγατζού Έριδα έσπερνε τη διχόνοια ανάμεσα σε θεούς και σε ανθρώπους. Οι Εσπερίδες ήταν 4 (Αίγλη, Αρέθουσα, Ερύθεια και Εστία) νύμφες και, με τη βοήθεια του Λάδωνα, ενός δράκου με 100 κεφάλια, φύλαγαν τα χρυσά μήλα του κήπου τους, τα οποία χάρισε ως γαμήλιο δώρο η Γαία στην Ήρα. Τέλος, οι 3 Μοίρες (Άτροπος, Κλωθώ και Λάχεσις) έμεναν στον Παρνασσό και έκαναν η κάθε μια διαφορετική δουλειά, καθορίζοντας το πεπρωμένο και τη ζωή του κάθε θνητού και αθάνατου: η μεγαλύτερη, η Κλωθώ, κρατούσε μια ρόκα και έκλωθε μ’ αυτήν τη μοίρα των ανθρώπων· για τους θεούς υπήρχε η Ειμαρμένη (Μοίρα), άλλη ονομασία του Μόρου. Η Λάχεσις κρατούσε αδράχτι και τύλιγε σ’ αυτό το νήμα της ζωής των ανθρώπων, καθορίζοντας το τι θα απολάμβαναν και τι θα πάθαιναν στη ζωή τους. Τέλος η νεότερη, Άτροπος, κρατούσε ψαλίδι και έκοβε το νήμα της ζωής, με βάση τον καθορισμό που γινόταν από τον αδελφό της, Μόρο. Σύμφωνα με ένα άλλο μύθο, οι Μοίρες ήταν παιδιά του Δία και της Θέμιδος και ζούσαν στον Όλυμπο ή τον Άδη. Τα τρομερά παιδιά της Έριδας, που κι αυτά δημιουργήθηκαν χωρίς την επέμβαση θεϊκού σπέρματος, ήταν τα Άλγη (Λύπες), οι Αμφιλογίες (Διαφωνίες), οι Ανδροκτασίες (Ανθρωποκτονίες), η Άτη (Λοιμός), η Δυσνομία, η Λήθη (Λησμονιά), ο Λιμός (Πείνα), οι Λόγοι (Φήμες), οι Μάχες, τα Νείκεα (Πειράγματα), ο Όρκος, ο Πόνος, οι Υσμίνες (Συμπλοκές), οι Φόνοι και τα Ψεύδεα (Ψέματα), που τόσο πολύ ταλαιπωρούν τους θνητούς στη διάρκεια της ζωής τους, αλλά και τους ίδιους τους θεούς. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#4 (permalink) |
|
sail away...
|
Η Γαία, μία από τις τρεις πρωταρχικές θεότητες, γέννησε - χωρίς ερωτική επαφή - τρία παιδιά, τα Όρη, τον Ουρανό και τον Πόντο. Τα Όρη δεν είχαν απογόνους, αλλά πάνω σ’ αυτά κατοικούσαν οι θεοί, αλλά πολλές από τις νύμφες της μυθολογίας, εκτός από τις Νηρηίδες και τις Ωκεανίδες. Με το άρθρο αυτό θα αναφερθούμε στους απογόνους της Γαίας από την ένωσή της με το τελευταίο της παιδί, τον Πόντο.
Πόντος στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει θάλασσα, υπό την ολοκληρωτική όμως έννοια, δηλαδή την έννοια όλου του υγρού στοιχείου· έτσι, για τους Ωκεανούς υπήρχε άλλη λέξη (Ωκεανός), ενώ μια θάλασσα θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε Τηθύδα (περιλάμβανε τη θάλασσα και τη γη μαζί) ή Θάλαττα (θάλασσα στα νέα Ελληνικά). Υπήρχε, βέβαια, και η λέξη «Πέλαγος», που σήμαινε και σημαίνει ανοιχτή θάλασσα. Τέλος πάντων, η Γαία γονιμοποίησε με τον Πόντο αρκετά αργότερα απ’ ότι γονιμοποίησε με το πρώτο της παιδί, τον Ουρανό. Καρποί της ένωσης του Πόντου με τη Γαία υπήρξαν η μεγαλοδύναμη Ευρύβια, ο θαυμαστός Θαύμας, η Κητώ (προσωποποίηση των κητών της θάλασσας), ο Νηρέας και ο Φορκέας. Μερικοί λέγουν ότι ο Φορκέας ήταν παιδί του Ωκεανού και της Τηθύδας. Η Ευρύβια δεν απέκτησε απογόνους, ενώ ο Φορκέας και η Κητώ, που και οι δύο ήταν προσωποποιήσεις καταχθόνιων, υγρών δυνάμεων, ήρθαν σε ερωτική επαφή και γέννησαν τις 3 Γραίες και τις 3 Γοργόνες, που ονομάζονταν, συλλογικά, Φορκίδες. Οι 3 Γραίες (Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ) ήσαν οι προσωποποιήσεις των κεραυνών και των νεφών και ονομάζονταν έτσι επειδή γεννήθηκαν ηλικιωμένες, ενώ αργότερα η Δεινώ και η Ενυώ έγιναν συντρόφισσες του Άρη στους Πολέμους. Οι 3 Γοργόνες (Ευρυάλη, Μέδουσα και Σθεινώ), που ήταν και οι τρεις τους τεράστια και απεχθή τέρατα, είχαν την ιδιότητα να μετατρέπουν σε απολίθωμα όποιο θνητό τολμούσε να τις κοιτάξει στα μάτια, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες ότι (Ομήρου Οδύσσεια) ότι τραγουδούσαν τόσο γλυκά, που κάθε θνητός που τις άκουγε τρελαινόταν και ήθελε να πάει μαζί τους· γι’ αυτό το λόγο, οι σύντροφοι του Οδυσσέα τον έδεσαν όταν θα περνούσαν από τα λημέρια τους, για να μην τρελαθεί και να θέλει να τις ακολουθήσει. Από τις σταγόνες αίματος της οφιοειδούς Μέδουσας (που ονομαζόταν και Γοργώ και ήταν η μόνη θνητή από τις γοργόνες), όταν ο Περσέας έκοψε το κεφάλι της, για να το προσφέρει στη θεά Αθηνά - που ήθελε να την τιμωρήσει για την στάση της κατά των Τιτάνων, βάζοντας το κεφάλι της στο μέσο της ασπίδας της - γεννήθηκε το φτερωτό άλογο, ο Πήγασος, που έφερε τη βροντή και τον κεραυνό του Δία και ο Χρυσάωρ. Ο Πήγασος ήταν το περιώνυμο, φτερωτό και αθάνατο άλογο που, κατά το μύθο, σ’ αυτό επέβαινε ο Βελλερεφόντης και κατατόξευσε τη Χίμαιρα· συνδεόμενος με τον Απόλλωνα και τις Μούσες, υπήρξε σύμβολο ποιητικής έμπνευσης κατά τους Αλεξανδρινούς. Ο Χρυσάορας παντρεύτηκε την Ωκεανίδα Καλλιρρόη και μαζί της γέννησε τον Γηρυόνη, ο οποίος ήταν ένας τρικέφαλος γίγαντας, τον οποίο νίκησε ο Ηρακλής, σε ένα από τους άθλους του. Παιδί του Χρυσάορα και της Καλλιρρόης ήταν και η Έχιδνα, το τεράστιο δηλητηριώδες φίδι που ήταν από τη μέση και πάνω μια όμορφη νεαρή γυναίκα, ενώ από τη μέση και κάτω ένα φίδι. Η Έχιδνα μαζί με τον Τυφώνα, γιο της Γαίας και του Ταρτάρου, γέννησαν πολλά φοβερά και τρομερά τέρατα, τον Κέρβερο, το Λέοντα της Νεμέας, τη Λερναία Ύδρα, τον Όρθρο, τη Σφίγγα, τη Χίμαιρα, πολλά από τα οποία νίκησε ο Ηρακλής. Λεπτομέρειες γι’ αυτά στο επόμενο άρθρο, όπως και για τους απογόνους του Νηρέα. Τέλος, ο Θαύμας, που είχε γυναίκα του μια Ωκεανίδα, την Ηλέκτρα, πατέρας της Ίριδας και των Αρπυιών. Η πολύχρωμη και φτερωτή Ίρις (προσωποποίηση του ουράνιου τόξου) ήταν ακόλουθος και αγγελιαφόρος των θεών, έχοντας φτερά στους ώμους της και γρήγορα πόδια, και συχνά κατέβαινε από τον ουρανό υπό μορφή βροχής ή χαλαζιού. Οι 3 Άρπυιες (Αελλώ, Κελαινώ ή Θύελλα και η γοργόφτερη Ωκυπέτη), ήταν εξ ίσου γρήγορες με την αδελφή τους, Ίριδα, και παρουσιάζονταν ως δύσμορφα τέρατα, αγγελιαφόροι του θανάτου, αρπακτικές (εξ ου και το όνομά τους) και ταχείες όπως τον άνεμο, που υπηρετούσαν τον Άδη και κατοικούσαν στην άκρη του κόσμου, δυτικά της Ελλάδας και κοντά στον Ωκεανό. Οι Λάμιες και οι Στρίγγλες της νεοελληνικής μυθολογίες, αλλά και οι αρχαιοελληνικές Ερινύες έχουν πολλά κοινά με τις Άρπυιες. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#5 (permalink) |
|
sail away...
|
Σίσυφος, ο πιο πονηρός άνθρωπος του κόσμou
Παιδί του Αιόλου και της κόρης του Άτλαντα, Εναρέτης, ήταν και ο Σίσυφος, μυθικός βασιλιάς της Κορίνθου και ιδρυτής της Εφύρας (μετέπειτα Κορίνθου). Ήταν αυτός που καθιέρωσε τα Ίσθμια, ενώ φέρεται να σκοτώθηκε από το Θησέα. Ο Όμηρος τον χαρακτηρίζει ως τον σοφότερο και πονηρότερο των ανθρώπων. Κάθε πρωί πήγαινε σ’ ένα ψηλό βράχο, στον Ακροκόρινθο, και από εκεί αγνάντευε πέρα μακριά με το αετίσιο του μάτι, από το οποίο τίποτα δεν ξέφευγε. Γνώριζε μυστικά όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και των θεών. Ο ποταμός Ασωπός, ζητώντας να του αποκαλύψει αν γνώριζε κάτι για την αρπαγή της κόρης του, Αίγινας, του προσέφερε μια αστείρευτη πηγή νερού, για να χορταίνει τη δίψα του στο ψηλό βουνό. Τότε ο Σίσυφος, ξεχνώντας τους ενδοιασμούς που είχε, του αποκάλυψε ότι την Αίγινα την είχε αρπάξει ο Δίας. Ο Δίας, όμως, οργίστηκε και του έστειλε το Θάνατο, τον οποίο όμως κατάφερε να δέσει με χοντρές και σιδερένιες αλυσίδες στα Τάρταρα. Από τη μέρα εκείνη μέχρι και την ημέρα της αποδέσμευσής του από το θεό Άρη, λέγεται ότι κανένας στη γη δεν πέθαινε, με αποτέλεσμα να υπάρχουν προβλήματα υπερπληθυσμού, αλλά και έλλειψης ανανέωσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια κατάσταση τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο Άρης, ο μόνος από τους θεούς που είχε φιλικές σχέσεις με το Θάνατο, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα σε αυτή την κατάσταση. Όταν ο Σίσυφος οδηγήθηκε από τον Άρη στον Άδη, με τη βία, του ζήτησε μια τελευταία χάρη, την οποία ο ανύποπτος Θάνατος του επέτρεψε: να αποχαιρετίσει τη γυναίκα του. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Σίσυφος ζήτησε απ’ αυτήν να αφήσει άταφο το σώμα του και να μην του ρίξει χοές. Αργότερα, επιχειρηματολογώντας ότι ήταν άταφος και θα έπρεπε να ταφεί, ζήτησε να μπορέσει να επιστρέψει στον πάνω κόσμο, δήθεν για να τιμωρήσει τη γυναίκα του, που δεν του είχε αποδώσει τις απαιτούμενες τιμές (μετά από δική του προτροπή). Παρουσιαζόμενος μπροστά στην Περσεφόνη, έδωσε υπόσχεση ότι θα επέστρεφε αμέσως πίσω, γι’ αυτό και του επέτρεψε τη φυγή για τρεις μόνο μέρες. Όμως, ο Σίσυφος ξεγέλασε και την Περσεφόνη, αρνούμενος να επιστρέψει πίσω. Τελικά, όταν σκοτώθηκε από το Θησέα, τον μετέφερε παρά τη θέλησή του ο Ερμής, όπου και καταδικάστηκε στο ατέρμονο βασανιστήριο να σπρώχνει μια τεράστια πέτρα σε ένα πανύψηλο και, μόλις έφτανε την κορυφή του, αυτή να γλιστρά και να πέφτει, έχοντας ως συνεπακόλουθο ο Σίσυφος να αναγκάζεται να επαναλαμβάνει από την αρχή τη δοκιμασία, αιώνια ... Μαζί με τον Τάνταλο, θεωρούνται ως οι πιο τιμωρημένοι νεκροί στον Άδη. Την τιμωρία τους την επέβαλαν οι Κριτές των Νεκρών. Ομολογουμένως, πολύ παράξενη ιστορία ... Το έγκλημα του Σίσυφου ήταν ότι κατόρθωσε να νικήσει το θάνατο και να ανατρέψει τη φυσική τάξη. Κατόρθωσε να κάνει πραγματικότητα ένα από τα πιο ουτοπικά όνειρα ολόκληρης της ανθρωπότητας, χωρίς όμως να σκέφτεται τις συνέπειες της πράξης του. Ίσως στο μέλλον να είναι εφικτό αυτό, χωρίς όμως αρνητικά αποτελέσματα. Το όνομά του φέρει ο αστεροειδής αρ. 1866. Στο Σίσυφο αποδίδεται η καθιέρωση των «Ίσθμιων», μιας από τις σπουδαιότερες αθλητικές συναντήσεις της αρχαίας Ελλάδας, που γίνονταν κάθε 3 χρόνια και περιελάμβαναν περισσότερα αθλήματα και από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο μύθος μας λέει ότι, όταν ο Μελικέρτης, γιος της Ινώς και του Αθάμαντα, ανηψιός του Σίσυφου, σώθηκε από θαύμα από τον πνιγμό και τον έφερε ένα δελφίνι πάνω στη ράχη του, στην ακτή έξω από την πόλη της Κορίνθου, ο Σίσυφος αναγνώρισε τον αδελφότεκνό του και, για να ευχαριστήσει τον Ποσειδώνα, που δεν τον άφησε να πεθάνει και να πνιγεί, καθιέρωσε τα Ίσθμια, που ήταν αφιερωμένα στο θεό της θάλασσας, Ποσειδώνα. Γιος του Σίσυφου και της Μερόπης ήταν ο Γλαύκος, πατέρας του Ιππόνοου (Βελλερεφόντη) και του Αλκιμένη (Βέλλερου). Η Μερόπη, κόρη του Άτλαντα και της Πλειόνης, ήταν η μόνη κόρη του Άτλαντα που παντρεύτηκε θνητό άνδρα, έτσι όταν έγινε αστέρι (μια από τις έξι Πλειάδες) είναι αυτή που έχει το ασθενέστερο φως στον αστερισμό των Πλειάδων. Ονομαστά ήταν τα όμορφα και πολυάριθμα άλογα του Γλαύκου, τα οποία μια φορά έθρεψε με ανθρώπινο κρέας, για να τα καταστήσει ταχύτερα. Οι θεοί οργίστηκαν από την πράξη του αυτή και τον τιμώρησαν κατά τη διάρκεια του επικήδειου αγώνα προς τιμήν του Πελία στην Ιωλκό, όπου κατακρήμνισαν το Γλαύκο από το άρμα του. Σύζυγος του Γλαύκου ήταν η Ευρυνόμη ή Ευρυμήδη, κόρη του βασιλιά Νίσου των Μεγάρων. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#6 (permalink) |
|
sail away...
|
Ο Αλκιμένης ή Βέλλερος σκοτώθηκε από απροσεξία του αδελφού του, Ιππόνοου, στο Άργος, ενώ αυτός κυνηγούσε· από το φόνο του Βέλλερου, ο Ιππόνοος ονομάστηκε Βελλεροφόντης (φονιάς του Βέλλερου). Ο Βελλεροφόντης, μετά τον ατυχή σκοτωμό του αδελφού του, κατέφυγε στην αυλή του βασιλιά Προίτου του Άργους, όπου εκεί τον ερωτεύτηκε η σύζυγός του, Άντεια ή Σθενέβοια. Ο όμορφος νέος, μη θέλοντας να προσβάλει το φιλόξενο βασιλιά αρνήθηκε την αγάπη της βασίλισσας, η οποία, όμως, πληγωμένη από την απόρριψη, συκοφάντησε το νέο στον Προίτο, που έστειλε τον πεθερό του, βασιλιά της Λυκίας, Ιοβάτη, για να τον σκοτώσει.
Ο Ιοβάτης, μη θέλοντας να λερώσει τα χέρια του με αίμα, ανέθεσε στο Βελλεροφόντη να σκοτώσει το τρίμορφο τέρας Χίμαιρα, άθλο τον οποίο επιτέλεσε με τη βοήθεια των θεών. Μετά απ’ αυτό, έλαβε εντολές να κατατροπώσει τους Σολύμους και τις Αμαζόνες, επιβαίνοντας στον Πήγασο, το φτερωτό άλογο της μυθολογίας. Τελικά, εξουδετέρωσε και την ενέδρα που του έστησε ο Ιοβάτης, ενώ όταν έγινε γνωστή η θεϊκή του καταγωγή νυμφεύτηκε την κόρη του Ιοβάτη, Φιλονόη, και έγινε βασιλιάς της Λυκίας. Όταν θέλησε να ανέλθει στον Όλυμπο, την κατοικία των θεών, για να παρακολουθήσει τους θεούς εν ώρα δράσης, έγινε μισητός στους θεούς και έτσι ο Δίας εξαπέλυσε οίστρο στον Πήγασο, που αποτίναξε τον επιβάτη του στη γη. Από τότε, ο Βελλεροφόντης περιπλανιόταν, χωλός και τυφλός, στο Αλήιο Πεδίο, μακριά από τους ανθρώπους και μισημένος από τους θεούς. Ο Ευριπίδης, ο Αστυδάμας και ο Θεοδέκτης έχουν γράψει την ομώνυμη τραγωδία «Βελλεροφών». Στην Κόρινθο και τη Λυκία, σύμφωνα με την Ιλιάδα, τιμόταν σαν ήρωας. Το όνομά του φέρει ο αστεροειδής αρ. 1808. Ο τελευταίος απόγονος του Βελλεροφόντη φέρεται να είναι ο εγγονός του και γιος του Ιππόλοχου, Γλαύκος, όπου κατά τον Τρωικό Πόλεμο ο Όμηρος τον αναφέρει στην Ιλιάδα ως βασιλιά των Λυκίων. Ο Γλαύκος (ο νεώτερος) σκότωσε τον Τελαμώνιο Αίαντα τη στιγμή που μαχόταν για το νεκρό Πάτροκλο, ενώ μετά από διαταγή του Απόλλωνα αφαρπάχθηκε από την πυρά, στην οποία καιγόταν, και μετακομίστηκε στη Λυκία, όπου τον τιμούσαν ως θεό. Ο Βελλεροφόντης φέρεται να είχε επίσης γιο τον Ίσανδρο και κόρη τη Λαοδάμεια. Η Λαοδάμεια νυμφεύτηκε τον Πρωτεσίλαο, γιο του Ιφικλή, βασιλιά της Θεσσαλίας. Την σκότωσε η θεά Άρτεμις, γιατί είχε πλαγιάσει με το Δία, μετά από παράκληση της Ήρας. Παιδί της Λαοδάμειας ήταν ο Σαρπηδόνας, ηγήτορας του Λυκιακού αποσπάσματος στην Τρωική Εκστρατεία και ένας από τους ανδρειότερους σύμμαχους του Πριάμου. Σκοτώθηκε από τον Πάτροκλο, αλλά ο Απόλλωνας, μετά από εντολή του Δία, καθάρισε το σώμα του από το αίμα και τον κονιορτό του, το οποίο μεταφέρθηκε μέσω του αιθέρα στη Λυκία, όπου και τάφηκε με κάθε λαμπρότητα... Ο Πρωτεσίλαος, γιος του Ίφικλου και της Διομήδειας ή της Αστυόνης ή της Αυτομέδουσας, είχε το ψευδώνυμο «Ιόλαος» και ήταν αχώριστος φίλος του Ηρακλή, όπως βλέπουμε και στα δημοφιλή τηλεοπτικό σήριαλ «Ηρακλής» και «Ζήνα». Βοήθησε τον Ηρακλή στους διάφορους άθλους του, ιδίως στο σκοτωμό της Λερναίας Ύδρας. Έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ενώ όταν ο Ευρυσθέας έδιωξε τον Ηρακλή, ο Ιόλαος τον ακολούθησε στην Τίρυνθα και τη Φενεό. Αδελφός του ήταν ο Ποδάρκης, επώνυμο που έφερε και ο Πρίαμος. Ο Πρωτεσίλαος ήταν επικεφαλής του σώματος των Θεσσαλών στον πόλεμο της Τροίας. Υπήρξε ο πρώτος Αχαιός που επιβιβάστηκε στην Τροία, γι’ αυτό και σκοτώθηκε από τον Έκτορα, παρόλο που γνώριζε σχετικό χρησμό που έλεγε πως ο πρώτος που θα επιβιβαζόταν στην Τροία θα σκοτωνόταν. Σύμφωνα με το μύθο, η γυναίκα του, Λαοδάμεια, όταν πληροφορήθηκε το θάνατό του, ικέτευσε τους θεούς να της επιτρέψουν να δει το σύζυγό της ξανά για τρεις μόνο ώρες. Η παράκλησή της εισακούστηκε και ο Ερμής οδήγησε τον Πρωτεσίλαο στον πάνω κόσμο. Μετά από την παρέλευση της τρίωρης προθεσμίας, επιτράπηκε στη Λαοδάμεια να ακολουθήσει το σύζυγό της στον κάτω Κόσμο. Η λατρεία του, εκτός από τη Θήβα, στην οποία βρισκόταν ηρώο του, μεταφέρθηκε και σε άλλες πόλεις. Στην Αθήνα, κατά τον Παυσανία, υπήρχε κοινός βωμός για τον Ιόλαο και την Αλκμήνη. Τέμενός του υπήρχε και στο Αγύριο της Σικελίας και στη Σαρδηνία, γιατί είχε οδηγήσει τους Θεσπιάδες σε ιδρυμένη Αποικία (Στράβωνας), όπου και τελούνταν ετήσιες θυσίες στο όνομά του. Κοντά στον τάφο του, στον Ελαιούντα της Θράκης, αναγέρθηκε ναός στον οποίο, σύμφωνα με τον Αρριανό, θυσίασε ο Μέγας Αλέξανδρος. Στη γενέτειρά του, Φυλακή, τελούνταν αγώνες προς τιμήν του. Ο ήρωας της Βοιωτίας υπήρξε ο πρώτος ολυμπιονίκης στην αρματοδρομία και δεξιότατος ηνίοχος. Το όνομά του φέρει ο αστεροειδής αρ. 3540. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#7 (permalink) |
|
sail away...
|
Οι Κένταυροι υπήρξαν πλάσματα της φαντασίας των αρχαίων Ελλήνων. Μυθολογικά τέρατα, "μισοί άνθρωποι, μισοί άλογα, φυλή βάρβαρη, απόκοτη, που καυχιότανε για τη δύναμή της". Αυτά τα λόγια βάζει στο στόμα του θρυλικού ήρωα Ηρακλή, ο Σοφοκλής στην τραγωδία του "Τραχίνιες".
Ο Όμηρος στην Ιλιάδα τους ονομάζει "Φρήρες" και τους περιγράφει σαν τριχωτούς ανθρώπους, αποκρουστικούς στην όψη, ενώ στην Οδύσσεια τους παρομοιάζει με τους Σάτυρους. Σε πάμπολλα θαυμάσια καλλιτεχνικά δημιουργήματα της αρχαιότητας, εμφανίζονται σαν διπλόμορφα τέρατα, με κεφάλι, χέρια και στήθος ανθρώπου και πόδια, ουρά και μισό κορμό αλόγου. Η γέννηση των παράδοξων αυτών πλασμάτων δημιούργησε πολλούς μύθους. Ο επικρατέστερος αναφέρει ότι ο Ιξίωνας, βασιλιάς των Λαπιθών, αφού δολοφόνησε άγρια τον πατέρα της μνηστής του, κυνηγημένος και περιφρονημένος από θεούς και ανθρώπους, βρήκε καταφύγιο στο παλάτι του βασιλιά των θεών, του Δία. Αχάριστος όμως και ασεβής καθώς ήταν, επιχείρησε να βιάσει τη σύζυγο του προστάτη και ευεργέτη του, την Ήρα. Οργισμένος για το άδικο ο Δίας, τον τιμώρησε παραδειγματικά. Έδωσε τη μορφή της μεγαλόπρεπης Ήρας σε μια Νεφέλη και ο τυφλωμένος από το ερωτικό πάθος Ιξίωνας ζευγάρωσε μ' αυτήν. Έπειτα ο Δίας τον έδεσε σε πυρωμένο τροχό που γύριζε ασταμάτητα στον αέρα. Από την ένωση του Ιξίωνα με τη Νεφέλη γεννήθηκε ο Κένταυρος, πλάσμα αποκρουστικό, που όμοιό του, λέει ο Πίνδαρος, δεν υπήρχε στην πλάση. Φρικιαστικό τέρας, που και οι Χάριτες αρνήθηκαν να παραβρεθούν στη γέννησή του. Από την ένωση του Κένταυρου με τις φοράδες της Μαγνησίας γεννήθηκαν οι Ιπποκένταυροι, με μισό σώμα ανθρώπου και μισό αλόγου. Ένας άλλος μύθος λέει ότι οι Κένταυροι είχαν πατέρα τους το μυθικό φτερωτό άτι, τον Πήγασο. Μια διαφορετική εκδοχή θέλει τους Κένταυρους να γεννιούνται από το σπέρμα του Δία που έπεσε στη Γη, όταν ο βασιλιάς των αθανάτων επιχείρησε αποτυχημένα να βιάσει τη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη.Πιο κοντά στην ετυμολογία της λέξης Κένταυρος (από το ρήμα "κεντώ" και το όνομα "ταύρος") είναι η ακόλουθη εκδοχή. Κάποιος βασιλιάς της Θεσσαλίας είχε πολλά βόδια. Όταν ένας "οίστρος" (αλογόμυγα) άρχισε να ενοχλεί τα ζώα, η αγέλη σκόρπισε πανικόβλητη. Ο βασιλιάς τότε ανέθεσε σε άνδρες καβαλάρηδες να συγκεντρώσουν την αγέλη. Οι καβαλάρηδες, κεντώντας τα ζώα με τη βουκέντρα, επανέφεραν την αγέλη. Οι ιππείς αυτοί ονομάστηκαν Κένταυροι. Ο μύθος των Κενταύρων ήταν διαδομένος σε πολλά μέρη της Ελλάδας, από τη Θράκη, μέχρι την Πελοπόννησο, τη Ρόδο και την Κύπρο. Οι Έλληνες πίστευαν ότι οι Κένταυροι ήταν άγριοι, μοχθηροί, επιθετικοί, ζηλόφθονοι, πολεμοχαρείς. Η δύναμή τους ήταν τεράστια. Μετακινούσαν ογκόλιθους, βράχια και πελώριους κορμούς δέντρων, τα οποία εκσφενδόνιζαν στους εχθρούς τους. Αγαπούσαν όμως και τα γλέντια, το πιοτό και τις διασκεδάσεις. Πανέμορφες θνητές και αγνές νύμφες των ποταμών και των δασών έπεφταν θύματα του ερωτικού πόθου των Κενταύρων. Υπήρχε όμως και μια δεύτερη φυλή Κενταύρων, οι οποίοι κατάγονταν κατευθείαν από τους Ολύμπιους θεούς. Οι Κένταυροι αυτοί ήταν πρόσχαροι, δίκαιοι, γεμάτοι γνώσεις, σοφία και αρετή. Φίλοι, σύμμαχοι, προστάτες, σύμβουλοι και δάσκαλοι των ανθρώπων. Κύριοι εκπρόσωποί τους ήταν: ο Χείρωνας, γιος του Κρόνου και της νύμφης Φιλύρας, και ο Φόλος, γιος του Σιληνού και της νύμφης Μελίας. Σύμφωνα με το μύθο, ο Χείρωνας υπήρξε δάσκαλος του Ασκληπιού, του Ιάσονα, του Πηλέα, του Αχιλλέα και των Διόσκουρων. Από τους πιο γνωστούς μύθους που σχετίζονται με τους Κένταυρους, είναι η σύγκρουσή τους με τους Λαπίθες, η περίφημη Κενταυρομαχία. Οι Λαπίθες ήταν λαός της Θεσσαλίας. Γενάρχης τους υπήρξε ο Λαπίθης, γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Στίλβης. Ο γιος του Φόρβος και οι εγγονοί του Αιγέας και Άκτορας βασίλεψαν στην Ηλεία. Οι Έλληνες αρχικά πίστευαν ότι οι Λαπίθες είχαν κοινή καταγωγή με τους Κένταυρους. Αργότερα όμως τους διαχώρισαν, τους έδωσαν ανθρώπινη μορφή και τους παρουσίαζαν σαν λαό πολεμικό και γενναίο, ενώ οι κάτοικοι πολλών ελληνικών πόλεων τους θεωρούσαν προγόνους τους. Σύμφωνα με το μύθο, οι Λαπίθες εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, κοντά στον Πηνειό, αφού έδιωξαν τους Περραιβούς. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείεται να έχει ιστορική βάση, γιατί υπήρχε στην πραγματικότητα τέτοιος λαός, τον οποίο εξόντωσαν οι Δωριείς. Γύρω από το λαό αυτόν δημιουργήθηκαν πολλοί μύθοι. Σύμφωνα με έναν απ' αυτούς οι Λαπίθες πήραν μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία. Ένας άλλος αναφέρει ότι συμμετείχαν στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, ενώ παλαιότεροι μύθοι ήθελαν τους Λαπίθες θεότητες που συμβόλιζαν τις καταιγίδες. Η Κενταυρομαχία είναι ο μύθος που συνδέει το λαό των Λαπιθών με τη φυλή των Κενταύρων. Αφορμή για την Κενταυρομαχία υπήρξε το γεγονός ότι ο Ευρυτίωνας, βασιλιάς των Κενταύρων, καλεσμένος στους γάμους του συγγενή του Πειρίθου, βασιλιά των Λαπιθών, επιχείρησε να απαγάγει τη νύφη, την πανέμορφη Ιπποδάμεια. Ο Πειρίθους τον συνέλαβε και τον τιμώρησε σκληρά, κόβοντάς του τα αυτιά και τη μύτη. Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν τρομαχτική. Οι Λαπίθες κινδύνεψαν σοβαρά να ηττηθούν. Χάρη όμως στη βοήθεια και συμπαράσταση του βασιλιά των Αθηνών Θησέα, επιστήθιου φίλου του Πειρίθου, ο κίνδυνος απομακρύνθηκε, οι Κένταυροι νικήθηκαν και απωθήθηκαν στους πρόποδες του Πηνειού. Η αρπαγή των γυναικών των Λαπιθών από τους Κένταυρους ενέπνευσε πολλούς από τους καλλιτέχνες της αρχαιότητας. Η φιλία των δύο μυθικών ηρώων, του Θησέα και του Πειρίθου, υπήρξε αγαπημένο θέμα στις διηγήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Σύμφωνα με το μύθο οι δυο άντρες είχαν δώσει αμοιβαίο όρκο αιώνιας φιλίας και αλληλοβοήθειας. Αγαπούσαν και θαύμαζαν ο ένας τον άλλο για τη γενναιότητα, το θάρρος, την τόλμη, την εντιμότητα και το αίσθημα ευθύνης. Ο Πειρίθους πήρε μέρος, στο πλευρό του Θησέα, στην εκστρατεία κατά των Αμαζόνων και βοήθησε τον Θησέα στην αρπαγή της ωραίας Ελένης από το ναό της Αρτέμιδας.Ο μύθος περιγράφει ως εξής το τέλος του Πειρίθου. Ο Πειρίθους ερωτεύτηκε την Περσεφόνη και θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Με σύμμαχό του τον αδερφικό του φίλο Θησέα κατέβηκε στον Άδη για να απαγάγει την Περσεφόνη. Τα σχέδιά του όμως κατάλαβε ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου. Αλυσόδεσε, λοιπόν, τους δυο επίδοξους απαγωγείς σε ολόχρυσους θρόνους. Αργότερα ο Ηρακλής όταν κατέβηκε στον Άδη, κατάφερε να απελευθερώσει τον Θησέα από τα δεσμά. Όταν όμως προσπάθησε να λυτρώσει και τον Πειρίθου από την αιχμαλωσία, μεγάλος σεισμός συγκλόνισε τη Γη και τον Κάτω Κόσμο. Ο ήρωας τότε υπακούοντας στη θεϊκή βούληση, εγκατέλειψε για πάντα τον Πειρίθου στον Άδη. Με τους Κένταυρους δε δίστασε να αναμετρηθεί ο ημίθεος Ηρακλής, ο οποίος αφού σκότωσε τους σπουδαιότερους απ' αυτούς, κατάφερε να διώξει τους υπόλοιπους από την Αρκαδία. Όταν κάποτε ο Ηρακλής βρέθηκε στο δάσος της Φολόης, καταδιώκοντας τον Ερυμάνθιο κάπρο, φιλοξενήθηκε από τον Κένταυρο Φόλο, γιο του Σιληνού και της νύμφης Μελίας. Ο Φόλος πρόσφερε στον ήρωα γλυκύτατο κρασί, δώρο του θεού Διόνυσου. Ο Διόνυσος είχε χαρίσει στον Φόλο ένα πιθάρι με υπέροχο, αρωματικό κρασί, όταν ο Κένταυρος έλυσε μια διαφορά του θεού με τον Ήφαιστο, για το νησί Νάξος, υπέρ του Διόνυσου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το κρασί ανήκε σε όλους τους Κένταυρους της Φολόης, φανατικούς φίλους του καλού κρασιού. Γρήγορα το άρωμα του θεϊκού κρασιού απλώθηκε τριγύρω. Το μυρωμένο αέρα οσμίστηκαν και οι άλλοι Κένταυροι της Φολόης. Πλησίασαν, λοιπόν, τη σπηλιά του Φόλου με επιθετικές διαθέσεις αλλά ο ημίθεος τους απέκρουσε. Αφού σκότωσε αρκετούς, καταδίωξε τους υπόλοιπους μέχρι τον Μαλέα. Όσοι επέζησαν ζήτησαν καταφύγιο σε απόμακρα σημεία. Έτσι ο Ευρυτίωνας κρύφτηκε στη Φολόη, ενώ ο Νέσσος στον ποταμό Εύηνο. Κι αυτοί όμως εξοντώθηκαν από τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή. Ο μύθος λέει ότι όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Μαλέα, καταδιώκοντας τους άλλους Κένταυρους, συναντήθηκε με το σοφό Κένταυρο Χείρωνα. Από τραγικό λάθος ο Χείρωνας πληγώθηκε από τα δηλητηριώδη βέλη του Ηρακλή. Η πληγή ήταν αγιάτρευτη και ο πόνος αβάσταχτος. Ο Ηρακλής τον περιποιήθηκε, αλλά τίποτε δεν μπορούσε να ανακουφίσει το δύστυχο Κένταυρο. Ο Χείρωνας προτίμησε να αρνηθεί την αθανασία του, μη μπορώντας να αντέξει τον αιώνιο πόνο και πρόσφερε τη θέση του στον Όλυμπο στον Προμηθέα. Εξίσου άδικος, κατά το μύθο, ήταν και ο θάνατος του Φόλου. Ο άτυχος Κένταυρος, ενώ περιεργαζόταν ένα από τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή, τρυπήθηκε απ' αυτό και ξεψύχησε. Απαρηγόρητος ο Ηρακλής για το διπλό χαμό, τον έθαψε με τιμές. Τον Κένταυρο Ευρυτίωνα καταδίωξε ο Ηρακλής στη Φολόη και τον σκότωσε έπειτα από παράκληση του Δεξαμενού, βασιλιά του Ολενού. Σύμφωνα με το μύθο ο Ευρυτίωνας εκβίαζε τον Δεξαμενό να του δώσει για γυναίκα του την κόρη του Μνησιμάχη. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Ευρυτίωνα και παντρεύτηκε τη Μνησιμάχη. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Δηιάνειρα ήταν η κόρη του Δεξαμενού. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Ευρυτίωνα κατά την τελετή του γάμου και παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα. Η επικρατέστερη εκδοχή για το θάνατο του Κένταυρου Νέσσου είναι η ακόλουθη: Ο Νέσσος κατοικούσε κοντά στον ποταμό Εύηνο. Ερωτεύτηκε τη Δηιάνειρα και προσπάθησε να τη βιάσει. Έντρομη η άτυχη γυναίκα έβαλε τις φωνές. Ο Ηρακλής πρόλαβε και έστειλε τα φαρμακερά του βέλη στην καρδιά του Νέσσου. Ξεψυχώντας ο Νέσσος θέλησε να εκδικηθεί το φονιά του, αυτόν που αφάνισε ολόκληρη την πανίσχυρη φυλή του. Ζήτησε από τη Δηιάνειρα να αναμείξει το σπέρμα και το αίμα του, που χύθηκαν καταγής, και μ' αυτά να αλείψει ένα χιτώνα του Ηρακλή. Έτσι, της υποσχέθηκε, ο Ηρακλής θα έμενε για πάντα κοντά της, πιστός σκλάβος του έρωτά της. Η αφελής πείστηκε και ο κορυφαίος των ηρώων της Ελληνικής Μυθολογίας βρήκε φριχτό θάνατο. Οι Κένταυροι, οι Λαπίθες και η Κενταυρομαχία, υπήρξαν από τα πιο αγαπητά θέματα των καλλιτεχνών της αρχαιότητας. Η αλλόκοτη όψη των μυθολογικών αυτών τεράτων, η αρπαγή των γυναικών, η φοβερή πολεμική σύγκρουση, ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες, οι οποίοι δημιούργησαν έργα απαράμιλλου αισθητικού κάλλους. Σταδιακά η άγρια, κτηνώδης, απωθητική, απόκοσμη όψη των Κενταύρων μεταβλήθηκε. Η μορφή ημέρωσε και γλύκανε. Αργότερα οι Έλληνες παρουσίασαν τους Κένταυρους με περισσότερο ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Κρατώντας κύπελλα, πυρσό, αυλό, λύρα ή ντέφι εμφανίζονταν να ξεφαντώνουν συντροφιά με τον Διόνυσο, το Πάνα, τους Σάτυρους, τους Σιληνούς, τις Βακχίδες και τις Μαινάδες. Άλλοτε πάλι με έκφραση εκστατική, που αποπνέει ερωτισμό, να παίζουν γλυκά με το μικρό φτερωτό γιο της Αφροδίτης, τον Έρωτα. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#8 (permalink) |
|
sail away...
|
Οι Μοίρες παριστάνονταν, συνήθως, ως τρεις γυναικείες μορφές που κλώθουν. Η κλωστή που κρατούν στα χέρια τους, είναι η ανθρώπινη ζωή· συμβολίζεται έτσι το πόσο μηδαμινή κι ασήμαντη αποδεικνύεται τελικά, αφού κόβεται με το παραμικρό, όπως μια κλωστή. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη, η Λάχεση, μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα "λάχει" στον καθένα. Η τρίτη Μοίρα, τέλος, η Άτροπος, κόβει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, όταν έρθει η ώρα, την κλωστή της ζωής των ανθρώπων. Οι Μοίρες είναι επομένως οι δυνάμεις που ευθύνονται για τα καλά και τα κακά της ζωής του κάθε θνητού, από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του. Σε κάποιες περιπτώσεις οι άνθρωποι πίστευαν πως δεν ήταν τρεις, αλλά μία ή δύο, όπως, για παράδειγμα, συνέβαινε στο μαντείο των Δελφών, όπου λάτρευαν μόνο τη Μοίρα της Γέννησης και τη Μοίρα του Θανάτου.
Η λέξη "μοίρα" βγαίνει από το ρήμα "μοιράζω", είναι δηλαδή το "μερίδιο" και το "μερτικό", το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ενός όλου. Έτσι, μοίρα σημαίνει πάνω απ' όλα το μερίδιο που διεκδικεί ο καθένας στη ζωή και την ευτυχία. Ας φανταστούμε τη μοιρασιά του κρέατος ενός ζώου. Τυχαίνει, καθώς το τεμαχίζουν, άλλος να πάρει μικρό ή μεγάλο "κομμάτι", με πολύ ή με λίγο λίπος· έτσι γίνεται και στη ζωή. Άλλοι ζουν πολλά χρόνια, άλλοι λιγότερα, άλλοι είναι ευτυχισμένοι κι άλλοι όχι. Πίστευαν πως το νήμα της ζωής το έγνεθαν οι Μοίρες δυο φορές κατά τη διάρκειά της: μία κατά τη γέννηση και μία κατά το γάμο, γιατί ήταν δύο γεγονότα σημαντικά για την παραπέρα πορεία της. Ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, λόγου χάρη, αποτελούσε στην αρχαιότητα ένα ιδανικό ζωής, χάρη στην εύνοια της Μοίρας: έζησε πολύ και από το γάμο του απέκτησε πολλούς γιους. Η περίπτωση του Αχιλλέα αποτελεί, παράλληλα, χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίληψης ότι τα πολλά χρόνια ζωής δε σημαίνουν απαραίτητα πως αυτά είναι γεμάτα χαρά κι ευτυχία: Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα μιλά για τη μοίρα του, που ξέρει πως είναι διπλή από τη μητέρα του τη Θέτιδα: μπορεί να έχει μια μακρόχρονη, αλλά ασήμαντη ζωή, αν γυρίσει στην πατρίδα του, ή να επιλέξει να μείνει και να πολεμήσει στην Τροία, να διακριθεί για τα πολεμικά του κατορθώματα, αλλά και να πεθάνει νέος. Το όνομά του θα συνδεθεί με τη δόξα κι όλοι θα τον θυμούνται σαν φοβερό ήρωα στο παρόν και στο μέλλον, όπως και έγινε τελικά. Ενδεικτικός για το ρόλο που έπαιζαν οι Μοίρες στη γέννηση του ανθρώπου είναι ο μύθος του Μελέαγρου. Όταν μια γυναίκα θέλησε να μάθει την τύχη του νεογέννητου γιου της, παραφύλαξε τις Μοίρες, τη νύχτα που θα έρχονταν να αποφασίσουν για τη ζωή του μωρού· άκουσε λοιπόν από την Κλωθώ πως θα γίνει όμορφο και από τη Λάχεση πως θα γίνει δυνατό. Η Άτροπος όμως, φώναξε πως πρόκειται το παιδί να πεθάνει σε λίγο κι έδειξε ένα πυρωμένο ξύλο που καιγόταν στο τζάκι. Έπειτα, είπε πως αυτό θα συμβεί μόλις το δαυλί αποκαεί. Αφού έφυγαν οι Μοίρες από την κάμαρα, η μητέρα άρπαξε το μισοκαρβουνιασμένο ξύλο, το έσβησε και το έχωσε βαθιά μέσα σε μια κασέλα. Κράτησε για χρόνια κρυφό το μυστικό της ζωής του γιου της κι εκείνος μεγάλωνε κι ομόρφαινε. Όταν κάποτε πήγε για κυνήγι μαζί με τον αδερφό της μητέρας του, μάλωσε μαζί του για τη μοιρασιά και, πάνω στο θυμό του, τον σκότωσε. ΄Οταν εκείνη το έμαθε, έτρεξε αμέσως στην κασέλα, έβγαλε το δαυλί και το έριξε στη φωτιά. Μόλις κάηκε εντελώς, ο γιος της άφησε την τελευταία του πνοή. Στον Τρωικό πόλεμο ο γιος του Δία, ο Σαρπηδόνας, μάχεται γενναία εναντίον του Πάτροκλου, ο οποίος όμως τον έχει σχεδόν νικήσει. Ο Δίας παρακολουθεί τη μονομαχία και πονάει για το γιο του· σκέφτεται λοιπόν ν' αντιταχτεί στη μοίρα και ν' αποφευχθεί ο θάνατος του Σαρπηδόνα, που πολύ τον αγαπούσε. Εμπιστεύεται στην Ήρα τη σκέψη του ν' αλλάξει τα γραμμένα, εκείνη όμως τον συνεφέρει με τα λόγια της· υπενθυμίζει τη μεγάλη δυσαρέσκεια που θα προκαλέσει στους υπόλοιπους θεούς. Εκείνος, τελικά, υποχωρεί και ρίχνει στη γη ματωμένες ψιχάλες, για να δείξει τη λύπη του. Λίγο παρακάτω, όταν ο Έκτορας μονομαχεί με τον Αχιλλέα και πρόκειται σε λίγο να σκοτωθεί, ο Δίας εκμυστηρεύεται στην Αθηνά πόσο πολύ θα ήθελε να μπορούσαν όλοι οι θεοί να συμφωνήσουν, ώστε ν' αλλάξουν τη μοίρα του και να τον γλιτώσουν. Η Αθηνά του αποκρίνεται ακριβώς όπως και η Ήρα, οπότε ο Δίας συμμορφώνεται και πάλι. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, όμως, της αναμέτρησης, παίρνει μια χρυσή ζυγαριά, ώστε να κριθεί με αντικειμενικό τρόπο το ποιος θα επικρατήσει. Σε κάθε μεριά της βάζει από μια μοίρα του θανάτου και την ισορροπεί. Τελικά, βαραίνει η μεριά του Έκτορα που πρέπει τώρα να πεθάνει. Ο Απόλλωνας, που μέχρι τότε συνεχώς τον προστάτευε, τον εγκαταλείπει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, η Μοίρα είναι κάτι το δεδομένο από την αρχή της ζωής. Οι Μοίρες όμως είναι απλώς το όργανο στην υπηρεσία των θεών, που εκτελούν τη θέλησή τους. Το νήμα της ζωής το γνέθουν ουσιαστικά εκείνοι, οι οποίοι καθορίζουν τα γεγονότα, τις περιπέτειες, τον πλούτο και το θάνατο για τον κάθε άνθρωπο. Οι θεοί μπορούν και έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα, αφού οι ίδιοι την ορίζουν στην αρχή της ζωής των θνητών. Μια τέτοια αλλαγή όμως θα είχε πολύ άσχημες συνέπειες, γιατί θα διατάρασσε την αρμονία και την τάξη. Ο Δίας, λοιπόν, μπορεί ν' αλλάξει τη Μοίρα, μα προτιμά να μην το κάνει, γιατί κι οι άλλοι θεοί θα ζητούσαν να κάνουν το ίδιο για τους δικούς τους προστατευόμενους. Η Μοίρα είναι πάνω απ' όλα ιδιοκτησία του, γι' αυτό και τον ονόμαζαν "Μοιραγέτη" (ηγέτη, οδηγό, αρχηγό των Μοιρών), παρόλο που εκείνη τον περιορίζει και αναγκάζεται να τη σεβαστεί. Η σύγκρουση αυτή είναι αναπόφευκτη, γιατί αφορά την ίδια τη ζωή κι αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της: ποιος είναι πιο πάνω, ο θεός ή "ό,τι είναι γραφτό να συμβεί;". Το ερώτημα απασχόλησε, όπως ήταν φυσικό, και όλους τους μεταγενέστερους ποιητές και φιλοσόφους. Ήδη από την εποχή του Ησίοδου (7ος αι.) οι Μοίρες δεν είναι πια τα όργανα που εκτελούν τυφλά τη βούληση των θεών, μα έχουν και κάποιες δικές τους αρμοδιότητες και ρόλους. Παρόλα αυτά, ο Δίας είναι πάλι εκείνος που τους παραχώρησε την πολύ μεγάλη τους εξουσία, παραμένει δηλαδή "Μοιραγέτης". Αυτή η αντίληψη της παντοδυναμίας των θεών γενικά κυριαρχεί στην αρχαιότητα: οι θεοί υπακούν βέβαια στη Μοίρα, μόνο και μόνο όμως επειδή την έχουν οι ίδιοι ορίσει. Συναντάμε και σε μεταγενέστερες εποχές πολλές περιπτώσεις σύγκρουσης Μοίρας και θεών, όπου όμως τα γραμμένα καμιά φορά αλλάζουν· στην περίπτωση του Κροίσου, ο Απόλλωνας κατάφερε να πάρει για χάρη του από τις Μοίρες τρία χρόνια αναβολή, για την άλωση των Σάρδεων. Ο Απόλλωνας, πάλι, επενέβη στην περίπτωση του Άδμητου, που έπρεπε να πεθάνει· μέθυσε τις Μοίρες και τις ξεγέλασε, ώστε να δεχτούν να πεθάνει η γυναίκα του, η Άλκηστη, αντί για κείνον.Ας δούμε τους ρόλους που με τον καιρό απέκτησαν οι Μοίρες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω: ο ποιητής Ησίοδος μας πληροφορεί πως υπήρχαν δύο εκδοχές για την καταγωγή τους. Σύμφωνα με την πρώτη, οι Μοίρες ήταν κόρες της Νύχτας, μοιράζουν τα καλά και τα κακά, μα και καταδιώκουν τους θεούς κι ανθρώπους για τα εγκλήματά τους, μέχρι να τους εκδικηθούν και να τους τιμωρήσουν με τρόπο φοβερό. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, ήταν κόρες του Δία και της Θέμιδας. Πρόσθεταν μάλιστα και μια τέταρτη αδερφή, την Τύχη, που θεωρούνταν ότι είχε και το μεγαλύτερο κύρος. Οι δύο αυτές εκδοχές συμβολίζουν και δύο διαφορετικούς ρόλους. Ως κόρες της Νύχτας είναι κακοποιές δυνάμεις, που συγγενεύουν με το σκοτάδι, τον Άδη και τον Κάτω Κόσμο. Από την άποψη αυτή, συνδέονται με τις Ερινύες, που επίσης είναι αδίστακτες τιμωροί των ανθρώπων. Ακριβώς όμως, επειδή οι πράξεις του ενός έχουν άμεσο αντίκτυπο στο σπίτι του και στους γύρω του, η κρίση των Μοιρών, που επιβάλλεται εντελώς αυθαίρετα και ανεξάρτητα από τους θεούς, φτάνει να αφορά και ολόκληρες οικογένειες, κάποτε για πολλές γενιές. Άλλοτε φτάνουμε να μιλάμε και για μια ολόκληρη πόλη, όπου οι Μοίρες καλούνται να διαφυλάξουν και ν' αποκαταστήσουν την κοινωνική τάξη και τη δικαιοσύνη. Πρόκειται, πλέον, για το ρόλο τους σε επίπεδο κοινωνικό. Ως κόρες του Δία και της Θέμιδας, από την άλλη πλευρά, είναι δυνάμεις καλοπροαίρετες, ουράνιες και φωτεινές, που λαμπρύνουν με την παρουσία τους σημαντικά γεγονότα, όπως η ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων. Είναι θεότητες της ευτυχίας και της ευλογίας, καθώς και όργανα της βούλησης των θεών. Μιλάμε, επομένως, για τα εντελώς αντίθετα απ' αυτά που αναφέραμε παραπάνω. Ο Πίνδαρος διηγούνταν πως εκείνες οδήγησαν με χρυσά άλογα τη Θέμιδα (που δεν ήταν όμως μητέρα τους, σύμφωνα με τον ποιητή) στον Όλυμπο, για να παντρευτεί τον Δία, επιβεβαιώνοντας έτσι την παραδοσιακή σχέσή τους με το γάμο, ως θεότητες ευγονίας και ευτυχίας. Τις βρίσκουμε να τραγουδούν στους γάμους της Θέτιδας, καθώς και του Δία και της Ήρας. Όταν μια κοπέλα στην αρχαία Αθήνα γινόταν νύφη, πρόσφερε τις κοτσίδες της στις Μοίρες και οι γυναίκες ορκίζονταν στο όνομά τους. Επίσης, έχοντας άμεση σχέση με τη γέννηση των ανθρώπων, γιατί η δύναμη τους κατά κύριο λόγο τότε φανερώνεται, είναι πολύ συχνά παρούσες στις γέννες ως βοηθοί, όπως για παράδειγμα στη γέννηση του Ασκληπιού. Γι' αυτό και συνήθιζαν να τις λατρεύουν κάποτε μαζί με θεές σχετικές με τον τοκετό, όπως η Άρτεμη και η Ειλείθυια (που έφερνε τους πόνους της γέννας). Τις Μοίρες τις συναντάμε μέχρι σήμερα διατηρημένες στη λαϊκή μας παράδοση: είναι πάντα τρεις γυναίκες, συνήθως γριές, που γνέθουν για τον καθένα το νήμα της ζωής, μέχρι να τελειώσει το μαλλί ή να κοπεί απότομα. Παρουσιάζονται συνήθως στη γέννηση του μωρού, τη νύχτα μετά την τρίτη μέρα. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#9 (permalink) |
|
sail away...
|
Για τις Μούσες υπήρχαν πολλές διαφορετικές εκδοχές στην αρχαιότητα, που αφορούσαν τόσο την καταγωγή τους, όσο και τον αριθμό τους. Φαίνεται, πάντως, ότι στα πολύ παλιά χρόνια ήταν Νύμφες των βουνών και των νερών, που σιγά σιγά όμως "προβιβάστηκαν" και απέκτησαν με τον καιρό συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Πίστευαν πως κατοικούσαν στον Όλυμπο και τραγουδούσαν με τις ακούραστες φωνές τους θείες μελωδίες και ύμνους, παίζοντας λύρα. Το θέμα των τραγουδιών τους ήταν πάντα η αρχοντική καταγωγή των θεών, τους οποίους εγκωμιάζουν. Κυρίως όμως υμνούν τον Δία και το μεγαλείο του, καθώς ήταν εκείνος που δημιούργησε τον "κόσμο" με την έννοια ότι έβαλε σε τάξη το σύμπαν και όρισε τους κανόνες που διέπουν τη ζωή των θεών και ανθρώπων. Το πόσο στενά δεμένες ήταν μαζί του φαίνεται από το ότι τις αποκαλούσαν "Ολυμπιάδες". Σπανιότερα δόξαζαν με τα τραγούδια τους το γένος των ανθρώπων και τους φημισμένους ήρωες. Το αρμονικό τους τραγούδι μάγευε το βασιλιά των θεών και των ανθρώπων, γέμιζε με ευφορία τις ψυχές όλων των θεών και γοήτευε ολόκληρη τη φύση η οποία στεκόταν ασάλευτη κάθε φορά που οι Μούσες ακούγονταν από την κορυφή του Ολύμπου, για να τις αφουγκραστεί: ο ουρανός, τα άστρα, η θάλασσα και τα ποτάμια, όλα σιωπούσαν ευλαβικά... Οι Μούσες τραγούδησαν για να γιορταστούν οι γάμοι της Θέτιδας με τον Πηλέα και της Αρμονίας με τον Κάδμο. Τραγούδησαν ακόμη θρηνητικά στην ταφή του Αχιλλέα. Ο Πλάτωνας αναφέρει τον εξής μύθο: όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και μαζί τους η ποίηση και η μουσική, κάποιοι θνητοί γοητεύθηκαν τόσο πολύ, που συνεχώς τραγουδούσαν· ξεχνούσαν να φάνε και να πιούνε κι έτσι πέθαιναν σιγά σιγά, χωρίς να υποφέρουν. Απ' αυτούς κατάγονται τα τζιτζίκια, που είναι προστατευόμενα των Μουσών και που συνεχώς τραγουδούν ξεχνώντας πείνα, δίψα και κούραση, μέχρι να πεθάνουν. Τότε πηγαίνουν στις Μούσες και τους λένε τα ονόματα των πιστών τους οπαδών, που είδαν στη Γη κατά το σύντομο πέρασμά τους. Έλεγαν πως οι Μούσες γεννήθηκαν, επειδή ο Δίας, που γιόρταζε το γάμο του, ρώτησε τους καλεσμένους του, τους άλλους θεούς, αν τους έλειπε τίποτα. Εκείνοι τότε του απάντησαν πως θα έπρεπε να φτιάξει κάποιες θεότητες που θα υμνούσαν τον Δία με στίχους και μουσική αντάξια των κατορθωμάτων και του μεγαλείου του. Ως προς την καταγωγή τους, οι πιο πολλοί πίστευαν πως μητέρα τους ήταν η Μνημοσύνη, που κοιμήθηκε μαζί με τον Δία στην Πιερία (δηλαδή την περιοχή βόρεια του Ολύμπου), για εννιά διαδοχικές νύχτες. Ένα χρόνο μετά η Μνημοσύνη γέννησε εννιάδυμα, κοντά στην κορυφή του Ολύμπου: εννιά κόρες, που τις μάγευε όλες η μουσική και η ποίηση και που από τότε αποτέλεσαν μια λαμπρή χορωδία. Τα ονόματά τους ήταν τα εξής: Κλειώ, Ευτέρπη , Θάλεια, Μελπομένη, Ερατώ, Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη. Ως προς τον αριθμό και την καταγωγή τους, οι άλλες εκδοχές ήταν πως ήταν κόρες του Ουρανού και της Γαίας, ή του Απόλλωνα, ακριβώς επειδή κι ο ίδιος σχετίζεται άμεσα με τη μουσική. Ο Απόλλωνας, μάλιστα, διεύθυνε τη χορωδία τους, γι' αυτό και ονομαζόταν Μουσαγέτης - "ηγέτης", διευθυντής των Μουσών. Θεωρούσαν, επίσης, κάποιοι ότι ήταν λιγότερες από εννιά, ίσως και τρεις ή τέσσερις. Γενικά, πάντως, ήταν συνηθισμένο στην αρχαιότητα για τους ομαδικούς θεούς να υπάρχει σύγχυση σ' αυτά τα θέματα. Η λατρεία των Μουσών ξεκίνησε από την Πιερία, δηλαδή την περιοχή στην οποία γεννήθηκαν, γι' αυτό και τις έλεγαν "Πιερίδες". Έλεγαν πως ο Πίερος, βασιλιάς της Μακεδονίας σύμφωνα με τη μυθολογία, έφερε από κει τη λατρεία τους στη Βοιωτία. Ο Πίερος, μάλιστα, απέκτησε εννιά κόρες, στις οποίες έδωσε το όνομα των Μουσών, Πιερίδες. Ήταν όμως τόσο αλαζονικές, ώστε προκάλεσαν τις Μούσες να παραβγούν μαζί τους στο τραγούδι. Οι Μούσες τις νίκησαν, όπως ήταν φυσικό, και για να τις τιμωρήσουν, τις μεταμόρφωσαν σε φλύαρες κίσσες. Όταν αυτές τραγουδούσαν, σκοτείνιαζε και κανείς δεν τις άκουγε. Στη Βοιωτία, λοιπόν, οι Μούσες κατοικούσαν στο βουνό Ελικώνας, που έγινε και το κέντρο της λατρείας τους. Γι' αυτό άλλωστε και τις ονόμαζαν "Ελικωνιάδες". Αργότερα κάποιοι συγγραφείς τις τοποθετούσαν στον Παρνασσό. Με μεγάλο ζήλο λατρεύονταν, επίσης, οι Μούσες στους Δελφούς, λόγω της στενής σχέσης τους με το θεό Απόλλωνα, στον οποίο ανήκε το μαντείο. Εκεί η λατρεία Απόλλωνα και Μουσών έφτασε να συγχωνευτεί εντελώς. Στην Αθήνα τις τιμούσαν ιδιαίτερα: μεταξύ άλλων, ονόμαζαν μια κορυφή κοντά στην Ακρόπολη "Μουσείον" προς τιμή τους κι ο Πλάτωνας είχε χτίσει βωμό στο όνομά τους στην Ακαδημία του. Οι Μούσες έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς σ' ολόκληρη την Ελλάδα· ίχνη της λατρείας τους βρέθηκαν στην Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, όπου μάλιστα λεγόταν ότι είχε γίνει ο αγώνας τραγουδιού μεταξύ Μουσών και Σειρήνων. Επικράτησαν φυσικά οι πρώτες, που τιμώρησαν τις φαντασμένες Σειρήνες, κόβοντας τα φτερά τους· εκείνες έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν. Ακόμη τις τιμούσαν και σε πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας (ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας), ενώ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου είχε ιδρυθεί στα χρόνια μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου το "Μουσείο", ένα φημισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, με διευθυντή του τον αρχιερέα στην υπηρεσία των Μουσών. Στα έργα του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, οι Μούσες, ως θεές της ποίησης, κατέχουν πολύ σημαντική θέση· όταν ο ποιητής αρχίζει την αφήγηση του κάθε έπους, ζητά από τη Μούσα να τον βοηθήσει. Οι Μούσες τα ξέρουν όλα και τα έχουν δει όλα, πρέπει λοιπόν να τον βοηθήσουν να θυμηθεί γεγονότα του παρελθόντος, που ο ίδιος έχει μόνο ακουστά και που ο νους του αδυνατεί να συγκρατήσει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, εμφανίζονται, πάνω απ' όλα, ως θεότητες της Μνήμης. Στον Όμηρο επίσης αναφέρεται η περιπέτεια του αοιδού Θάμυρη από τη Θράκη, που καυχήθηκε πως θα μπορούσε να νικήσει τις Μούσες στο τραγούδι. Εκείνες, τότε, τον τύφλωσαν και του στέρησαν την ικανότητα να γράφει στίχους και να παίζει λύρα. Στην Οδύσσεια, ο φημισμένος τραγουδιστής των Φαιάκων Δημόδοκος ήταν ο αγαπημένος της Μούσας, που του έδωσε, όμως, μαζί με την τέχνη να γράφει υπέροχα τραγούδια κι ένα ολέθριο δώρο: του στέρησε το φως των ματιών του. Φαίνεται πως οι τυφλοί αοιδοί ήταν κάτι συνηθισμένο έτσι κι αλλιώς στην εποχή του Ομήρου. Είναι γνωστό ότι η απουσία της όρασης οξύνει τη μνήμη κι αυτό πρέπει να έκανε τους αοιδούς πολύ δυνατούς στο να θυμούνται και να απαγγέλλουν απέξω αναρίθμητους στίχους, όπως γινόταν τότε. Ο ποιητής Ησίοδος, όταν ξεκινά τη "Θεογονία" του, μας διηγείται μια ιστορία που ο ίδιος έζησε: μια μέρα, όταν έβοσκε τα πρόβατά του στη Βοιωτία, την πατρίδα του, τον πλησίασαν οι Μούσες στο βουνό Ελικώνας και του έδωσαν ένα κλαδί δάφνης: του χάρισαν το δώρο της ποίησης. Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ποίηση ο ποιητής παρουσιάζεται να έχει συνειδητοποιήσει τη θέση του στην τέχνη· ότι δημιουργεί ως αυτόνομη οντότητα κι ότι οι Μούσες οι ίδιες παρέχουν την εγγύηση για την καλλιτεχνική αξία των όσων ο ίδιος συνθέτει. Εδώ οι Μούσες δεν ευλογούν και δε βοηθούν απλώς τον ποιητή, αλλά τον μυούν στην τέχνη. Όπως αναφέρθηκε οι Μούσες θεωρούνταν θεές της μουσικής και της ποίησης, που εν χορώ υμνούσαν τον Δία με τις μελωδικές τους φωνές. Στον Όμηρο είδαμε και μια άλλη τους διάσταση: θεές της Μνήμης και κατ' επέκταση εκείνες που διασώζουν αξίες και ηθικές αρχές και διδάγματα από το παρελθόν. Μ' άλλα λόγια, ό,τι μια κοινωνία θεωρεί βασικό για την επιβίωσή της. Μέχρι τα τέλη της αρχαιότητας οι εννιά Μούσες ήταν μια αδιάσπαστη ομάδα, λίγο λίγο όμως και γύρω στα τέλη της ρωμαϊκής εποχής η καθεμιά τους περιορίστηκε σε μιαν ιδιαίτερη περιοχή. Οι διάφοροι συγγραφείς δε συμφωνούν πάντα μεταξύ τους, ως προς τη διάκριση αυτή· παρόλ' αυτά έγινε με τον καιρό λίγο πολύ αποδεκτή και έχει φτάσει ως τις μέρες μας. Η Καλλιόπη, η πρώτη των Μουσών και πιο σεβαστή απ' όλες, ήταν η Μούσα του ηρωικού έπους, η Κλειώ ήταν η Μούσα της ιστορίας, η Ευτέρπη της αυλητικής τέχνης, η Τερψιχόρη της λυρικής ποίησης (ενώ πιο παλιά ήταν η Μούσα του χορού), η Ερατώ του υμέναιου και του γάμου, άρα και της ερωτικής ποίησης. Η Μελπομένη ήταν η Μούσα της τραγωδίας, η Θάλεια της κωμωδίας, η Ουρανία της αστρονομίας και τέλος η Πολύμνια της μιμικής, δηλαδή της παντομίμας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τους επικούς ποιητές τους ενέπνεαν ακόμη η Ουρανία και η Κλειώ. Είτε όλες μαζί, ως μια ενιαία ομάδα, είτε η καθεμιά ξεχωριστά, οι Μούσες συμβόλιζαν το μεγαλείο της τέχνης· το ωραίο όχι μόνο στη μορφή, μα και στο περιεχόμενο. Είναι φωτεινές και ήπιες μορφές που μέχρι σήμερα προσωποποιούν την παρηγοριά που φέρνει η τέχνη και η ηθική στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και την ομορφιά που της δίνει. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
|
|
#10 (permalink) |
|
sail away...
|
Οι Νύμφες ήταν γυναικείες μορφές θεϊκής καταγωγής, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν μέσα στην άγρια φύση, τριγύριζαν στα βουνά, συνοδεύοντας την Άρτεμη και παίζοντας μαζί της. Ήταν όλες τους πανέμορφες, η Άρτεμη όμως ξεχώριζε με τη θωριά της ανάμεσά τους. Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα στα λιβάδια και στις πλαγιές, συνήθως κοντά στις πηγές. Υμνούσαν με τις γλυκιές φωνές τους τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον πατέρα του Πάνα, τον Ερμή. Μαζί τους χόρευε και η Αφροδίτη, μαζί με τις Χάριτες, όπως λέει ο Όμηρος, στο βουνό Ίδα, στην Τροία. Άλλοτε το χορό τους τον οδηγεί ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Οι Νύμφες θεωρούνταν γενικά κάτι μεταξύ θεών και θνητών, όχι καθαυτό θεές. Δεν ήταν αθάνατες, ζούσαν όμως πάρα πολύ και τρέφονταν με αμβροσία.
Συγγένευαν με μεγάλους θεούς, ενώ ο Ερμής θεωρούνταν γιος Νύμφης, της Μαίας. Γενικά, επικρατούσε η αντίληψη πως ήταν κόρες του Δία. Άλλοι, πάλι, τις θεωρούσαν κόρες ποταμών: είτε του μεγαλύτερου ποταμού που υπήρχε, του Ωκεανού, είτε του Αχελώου, είτε κόρες των τοπικών ποταμών ενός τόπου. Έτσι, κάθε περιοχή είχε τα ποτάμια της και καθένα απ' αυτά είχε γεννήσει τις Νύμφες της περιοχής αυτής, λ.χ. ο ποταμός Πηνειός ήταν ο πατέρας των Νυμφών της Θεσσαλίας και ο ποταμός Ξάνθος ήταν ο γεννήτορας των Νυμφών της Τροίας. Πολύ συχνά εκείνες έδιναν τα ονόματά τους στις κοντινές πόλεις, όπως έγινε με τη Νύμφη Σπάρτη, που ήταν κόρη του ποταμού Ευρώτα. Υπήρχαν όμως και κάποιες Νύμφες, οι οποίες λέγονταν Μελίες και είχαν γεννηθεί από τις σταγόνες του αίματος του Ουρανού, που έπεσαν στη Γη, όταν ο Κρόνος, ο γιος του, του έκοψε τα γεννητικά του όργανα. Ήταν κατεξοχήν πνεύματα του γλυκού νερού και βρίσκονταν στα ποτάμια, στις πηγές και μέσα στα βουνά από τα οποία πήγαζαν ποτάμια. Συνόδευαν πάντα το νερό, τονίζοντας έτσι τη μεγάλη του σημασία για την ύπαρξη ζωής. Χωρίς αυτό ούτε βλάστηση, ούτε γονιμότητα υπάρχει. Μέσω λοιπόν της ζωογόνας δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με τη βλάστηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρούνται κόρες του Ωκεανού ή άλλων ποταμών. Έτσι οι Νύμφες κατέληξαν να είναι τριών ειδών: 1) Ναϊάδες, δηλαδή Νύμφες των ποταμών, των πηγών και των κρηνών και είναι οι πιο γνωστές, 2) Ορεστιάδες, που κατοικούσαν στα βουνά όπου υπάρχουν πηγές και 3) Δρυάδες ή Αμαδρυάδες, δηλαδή Νύμφες των μοναχικών δέντρων και των λιβαδιών και ταυτίζονταν με τις Μελίες.Οι Ναϊάδες κατοικούσαν μέσα σε σπηλιές, που βρίσκονταν κοντά σε νερό ή μέσα σ' αυτό, κάτω από την επιφάνεια των ποταμών. Μέσα στις σπηλιές τους απολάμβαναν τις χαρές του έρωτα με τον Ερμή ή τους Σιληνούς. Ζούσαν όσο και οι πηγές, κοντά στις οποίες κατοικούσαν: όταν στέρευαν εκείνες, οι Ναϊάδες έσβηναν. Το ίδιο συνέβαινε με τις Αμαδρυάδες -που το όνομά τους σημαίνει "δέντρο και γυναίκα ταυτόχρονα"- τα πεύκα, τα έλατα και οι δρυς άρχιζαν να μεγαλώνουν με το που άρχιζε η ζωή μιας Νύμφης. Ήταν δέντρα δυνατά και ζούσαν για πολλά χρόνια, ενώ οι θνητοί απαγορευόταν να τα αγγίξουν με τσεκούρι. Ο λόγος ήταν ότι θεωρούνταν δέντρα ιερά και τα ιερά άλση που σχημάτιζαν ήταν χώροι αφιερωμένοι στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της Νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη. Κάποτε μια Νύμφη, εκεί που χόρευε με τις όμοιές της, χλόμιασε παρατηρώντας τη βελανιδιά της να κουνιέται πέρα δώθε. Άφησε το χορό γεμάτη ανησυχία· πολύ γρήγορα χάλασε η φλούδα, έπεσαν τα κλαδιά και ταυτόχρονα η ψυχή της Νύμφης πέταξε, αποχαιρετώντας το φως του Ήλιου. Οι Νύμφες, όταν βρέχει, χαίρονται, γιατί τρέφονται τα δέντρα, ή κλαίνε, όταν οι βελανιδιές χάνουν τα φύλλα τους. Για τις Ναϊάδες, ιδιαίτερα, υπάρχουν πολλοί μύθοι, που αφορούν τις ερωτικές τους περιπέτειες. Έλεγαν ότι κάποτε ο Ύλας, σύντροφος του Ηρακλή, πλησίασε σε μια πηγή, για να γεμίσει την υδρία του. Εκεί συνήθιζαν να μαζεύονται οι Νύμφες και να τραγουδούν ύμνους στην Άρτεμη ολονυχτίς. Ο Ύλας είχε φτάσει ακριβώς την ώρα που οι Νύμφες άρχισαν να συγκεντρώνονται και μια απ' αυτές, η Εφυδάτια, που κατοικούσε μέσα στην πηγή, σήκωσε το κεφάλι της και τον αντίκρισε. Θαμπώθηκε από τη θεϊκή του ομορφιά και τον ερωτεύτηκε. Εκείνος, σκυμμένος είχε βουτήξει την υδρία του μέσα στο νερό, χωρίς να υποπτεύεται πως κάποιος τον παρακολουθεί με προσοχή. Η Νύμφη θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και να τον φιλήσει· τον αγκάλιασε από το λαιμό και τον τράβηξε μαζί της στο βυθό. Οι σύντροφοί του έψαξαν να τον βρουν, μα δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να εξηγήσουν την εξαφάνισή του. Πολύ γνωστές επίσης ήταν οι ιστορίες των ερώτων των Νυμφών με βοσκούς, που συνήθως έβοσκαν τα πρόβατά τους στις όχθες των ποταμών. Έπειτα οι Νύμφες έφερναν στον κόσμο γιους θνητούς, αλλά σοφούς και γενναίους. Εξίσου ονομαστές ήταν οι ιστορίες για τους έρωτες του Απόλλωνα με Νύμφες και ιδιαίτερα η ιστορία της Δάφνης. Ο θεός την πολιορκούσε με μεγάλη επιμονή, χωρίς επιτυχία. Μόλις του δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, άρχισε να την κυνηγάει. Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να την αρπάξει, η Δάφνη παρακάλεσε απεγνωσμένα τη μάνα της, τη Γαία, να τη βοηθήσει. Τότε, πραγματικά, άνοιξε η γη και κατάπιε τη Δάφνη, ενώ στη θέση της φύτρωσε ένα φυτό που πήρε το όνομά της. Μια άλλη Νύμφη, η Ωκυρρόη, κόρη ενός ποταμού της Σάμου, επιχείρησε να φύγει με μια βάρκα από το νησί, για να γλιτώσει από τα χέρια του θεού. Μάταια όμως προσπαθούσε, γιατί ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε το βαρκάρη που τη μετέφερε σε ψάρι και τη βάρκα της σε βράχο. Σύμφωνα με την παράδοση, οι Νύμφες ήταν γνωστές τροφοί πολλών και σημαντικών θεών ή ηρώων· ήταν δηλαδή εκείνες που αναλάμβαναν την ανατροφή τους, όταν βρίσκονταν σε πολύ μικρή ηλικία. Τους θήλαζαν και αποτελούσαν τις αντικαταστάτριες των μανάδων τους. Πρώτα πρώτα, ο ίδιος ο Δίας ανατράφηκε απ' αυτές στην Κρήτη. Ακολουθούν η Ήρα, η Περσεφόνη, ο Ερμής, ο Πάνας και ο Διόνυσος. Από τότε οι Νύμφες αποτελούν μέλη του Διονυσιακού θιάσου, μαζί με τους Σατύρους. Ακόμη, η θεά Αφροδίτη είχε εμπιστευθεί τον Αινεία, το γιο της, στις Νύμφες του τρωικού βουνού Ίδη. Στις Ναϊάδες απέδιδαν διάφορες ιδιότητες: έλεγαν πως μπορούσαν να κάνουν τα νερά μιας πηγής ιαματικά, γι' αυτό και συχνά πρόσφεραν οι θνητοί θυσίες προς τιμή τους. Οι πιο ονομαστές περιπτώσεις Ναϊάδων με παρόμοιες ικανότητες βρίσκονταν στην Πελοπόννησο και τη Σικελία· εκεί, στις θερμές πηγές της Ιμέρας, έλεγαν ότι πήγαινε ο Ηρακλής για ν' ανανεωθεί η δύναμή του. Πίστευαν ακόμη πως οι Ναϊάδες είχαν ιατρικές θεραπευτικές ικανότητες, κυρίως λόγω της σχέσης τους με τον Απόλλωνα, καθώς και το χάρισμα να προφητεύουν τα μελλούμενα. Για την ακρίβεια, επικρατούσε η αντίληψη πως ήξεραν να ερμηνεύουν τη θέληση της ανώτερης θεότητας· η Ερατώ τις επιθυμίες του Πάνα ή η Δάφνη αυτές της Γαίας. Στο σπήλαιο Σφραγίδιο του βουνού Κιθαιρώνας υπήρχε μαντείο των Νυμφών, ενώ πολλοί θνητοί, προικισμένοι με μαντικές ικανότητες, έλεγαν πως τις ικανότητές τους τις είχαν λάβει από κείνες. Επίσης, θεωρούνταν μητέρες πολλών σοφών θνητών, μάντεων και γιατρών, όπως η Χαρικλώ του Τειρεσίας, η Φιλύρα του Χείρωνα και η Κορωνίδα, μάνα του Ασκληπιού.Οι Νύμφες λατρεύονταν σε πολλά μέρη σ' όλη την Ελλάδα, δεν υπήρχαν όμως ναοί αφιερωμένοι σ' αυτές. Οι θυσίες προς τιμή τους γίνονταν κοντά σε πηγές ή μέσα σε σπηλιές. Ο Οδυσσέας και οι κάτοικοι της Ιθάκης τις τιμούσαν με εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Συχνή ήταν και η ύπαρξη των βωμών τους μέσα σε ιερά άλλων θεών.Όμως οι Νύμφες δεν είχαν δράση πάντοτε ευεργετική για τους θνητούς κι υπήρχαν φορές που προκαλούσαν μεγάλο κακό. Αν, για παράδειγμα, τύχαινε να δει κανείς μια Νύμφη την ώρα που έκανε το λουτρό της μέσα στην πηγή, έχανε τα λογικά του. Ήταν, όμως, και γενικότερα ικανές να προκαλέσουν σύγχυση του νου στους θνητούς και να τους κάνουν τρελούς. Οι άνθρωποι που καταλαμβάνονταν από έκσταση κι ενθουσιασμό, έφευγαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά, όπου κρύβονταν μέσα σε σπηλιές. Οι Νύμφες έχουν επιζήσει στη λαϊκή μας παράδοση μέχρι σήμερα· είναι οι γνωστές μας νεράιδες, που ζουν στα βουνά, στις νεραϊδοσπηλιές και τις νεραϊδόβρυσες. Θεωρείται πάντοτε επικίνδυνο να τις συναντήσει κανείς, αφού υπάρχουν ακόμη οι μύθοι για τους "νεραϊδοπαρμένους", όπως ήταν ο Ύλας στην αρχαιότητα. Μόνο οι σαββατογεννημένοι και "αλαφροΐσκιωτοι" μπορούν να τις αντιλαμβάνονται και να τις βλέπουν να χορεύουν.Τελειώνοντας, αξίζει να τονίσουμε για μια φορά ακόμη το ότι οι Νύμφες λατρεύονταν ως στοιχεία των πηγών και των ποταμών, δηλαδή γενικότερα του νερού. Η σημασία του νερού ως δύναμη ζωής και γονιμότητας είναι μεγάλη και ζωτική σε μια μεσογειακή χώρα, όπως είναι η Ελλάδα. Το νερό είναι πηγή ζωής και βοηθά την ανάπτυξη και αναζωογονεί κάθε ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτό και η αντίληψη για τις Νύμφες διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο: έφτασαν να τις θεωρούν πνεύματα της βλάστησης, θέλοντας έτσι να συμβολίσουν γενικότερα την οργιαστική δύναμη της φύσης. Κι όπως το νερό τρέφει τα πάντα, έτσι και οι Νύμφες θεωρούνταν τροφοί των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων. |
|
__________________
... αξίζει, φίλε, να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει...
|
|
|
|
|
![]() |
«
Προηγούμενο Θέμα
|
Επόμενο Θέμα
»
| Συνδεδεμένοι χρήστες που διαβάζουν αυτό το θέμα: 1 (0 μέλη και 1 επισκέπτες) | |
|
|
Όλες οι ώρες είναι GMT +3. Η ώρα τώρα είναι 08:57.








Αλλαγή σε γραμμικό τρόπο
